Γουίλιαμ Γουλιέλμος
(Ιστορικός)
Θρησκεία είναι το αποτέλεσμα της πίστης σε ένα θρησκευτικό μύθο που εμπεδώνεται λατρευτικά και αφομοιώνεται σε ένα ενιαίο σύνολο πίστης και λατρείας. Έτσι, για να παρακολουθήσουμε την απαρχή και εξέλιξη της ρωμαϊκής θρησκείας είναι αναγκαίο προηγουμένως να γνωρίσουμε το μυθολογικό της υπόβαθρο.
Η ρωμαϊκή μυθολογία είναι δυνατόν να εξεταστεί σε δύο διακριτά τμήματα. Το ένα τμήμα της, ύστερο και φιλολογικό, σχετίζεται κυρίως με τις επιδράσεις που δέχθηκε από την ελληνική μυθολογία. Το άλλο, κυρίως πρώιμο και λατρευτικό, λειτουργούσε με έναν τρόπο διαφορετικό από εκείνον της ελληνικής μυθολογίας. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι οι αρχαίοι Ρωμαίοι δεν είχαν μύθους, έως ότου τουλάχιστον οι ποιητές τους άρχισαν να δανείζονται τα ελληνικά πρότυπα στην ύστερη περίοδο της ρωμαϊκής δημοκρατίας. Ως αποτέλεσμα οι Ρωμαίοι δεν είχαν τους αναγκαίους κοσμογονικούς μύθους και αλληλοδιαπερνώσες αφηγήσεις για τους θεούς τους, όπως για παράδειγμα η Γιγαντομαχία ή η Τιτανομαχία. Αυτό που διέθεταν οι Ρωμαίοι, πιθανόν εξαιτίας της αλληλεπίδρασής τους με τους Ετρούσκους, ήταν:
Α. Ένα υψηλά ανεπτυγμένο τελετουργικό σύστημα, ομάδες ιερέων και «συμπλέγματα» σχετικών θεοτήτων, κυρίως συνδεδεμένων με την Φύση.
Β. Ένα πλούσιο πλέγμα ιδρυτικών μύθων για την ίδρυση και την άνοδο της πόλης τους, στο οποίο εμπλέκονταν και ανθρώπινοι χαρακτήρες, με θεϊκές επεμβάσεις κατά περίπτωση.
Το ρωμαϊκό διανοητικό πρότυπο ανέπτυξε έναν πολύ διαφορετικό τρόπο καθορισμού και σκέψης περί της έννοιας της θεότητας από αυτόν που αναπτύχθηκε στην Ελλάδα. Για παράδειγμα, αν ρωτούσε κανείς έναν Έλληνα για τη Δήμητρα, πιθανώς να απαντούσε με τον πολύ γνωστό μύθο της θλίψης για την αρπαγή της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα. Ένας αρχαίος Ρωμαίος, αντίθετα, θα σας έλεγε ότι η Σέρες-Δήμητρα είχε έναν επίσημο ιερέα που ονομαζόταν «φλάμις», δηλαδή στεφανηφόρος, που ήταν νέος ανάμεσα στους ιερείς του Δία-Ζούπιτερ αλλά αρχαιότερος ανάμεσα στους ιερείς της Φλώρας και της Πομόνας. Πιθανόν επίσης να σας έλεγε ότι η θεά αποτελεί τριάδα μαζί με άλλους δύο αγροτικούς θεούς, τον Λίμπερ και την Λίμπερα. Κατόπιν θα συνέχιζε να αραδιάζει όλους τους ελάσσονες θεούς με τις ιδιότητές τους: Σαριτόρ (ωρίμανση), Μεσόρ (συγκομιδή), Κονβεκτόρ (μεταφορά), Κοντιτόρ (αποθήκευση), Ινσιτόρ (σπορά) και πολλούς άλλους. Έτσι διαμορφώθηκε η ρωμαϊκή «μυθολογία», τουλάχιστον όσον αφορά τους θεούς, όχι από αφηγήσεις της θεϊκής επιφάνειας αλλά με διασυνδέσεις και περίπλοκες εσωτερικές σχέσεις ανάμεσα στους θεούς και τους θεούς, ή τους θεούς και τους ανθρώπους.
Η αρχική θρησκεία της πρώιμης περιόδου τροποποιήθηκε με την πρόσθεση πολλών και αντικρουόμενων πίστεων στους ύστερους χρόνους. Παρότι φαίνεται ίσως παράδοξο, η Ρώμη ως δημοκρατία και η Ρώμη των αυτοκρατορικών χρόνων υπήρξε πιθανόν το πλέον ανεξίθρησκο κράτος εκείνων αλλά και πολλών μεταγενέστερων αιώνων. Ο κύριος όγκος του μυθολογικού υλικού που υιοθέτησαν οι Ρωμαίοι ανήκει κυρίως στην ελληνική μυθολογία. Όλα όσα διασώθηκαν για την αρχαία θρησκεία δεν τα μαθαίνουμε από σύγχρονές τους μαρτυρίες, αλλά από την προσπάθεια μεταγενέστερων να διασώσουν τις αρχαίες παραδόσεις από την λήθη στην οποία εγκαταλείπονταν, όπως ο Βάρρων, λόγιος του 1ου μ.Χ. αιώνα. Άλλοι κλασικοί συγγραφείς, όπως ο ποιητής Οβίδιος στο Fasti(Εορταστικό Ημερολόγιο), επηρεάστηκαν πολύ από τον ελληνικό πολιτισμό και στα έργα τους χρησιμοποιούσαν συχνά ελληνικές πίστεις προκειμένου να γεμίσουν τα κενά της ρωμαϊκής παράδοσης. Σε αντίθεση με τον μαρασμό του αφηγηματικού υλικού για τους θεούς, οι Ρωμαίοι διέθεταν έναν πυκνό ιστό ημι-ιστορικών μύθων για την ίδρυση και την ανάπτυξη της πόλης τους. Αρχέγονοι βασιλείς σαν τον Ρωμύλο και τον Νουμά ήταν σχεδόν μυθικοί στη φύση τους, ενώ το μυθολογικό υλικό φθάνει ακόμα και στα πρώτα χρόνια της δημοκρατίας. Επιπρόσθετα, σε αυτές τις τοπικές κυρίως παραδόσεις, χρησιμοποιήθηκε υλικό από τα αρχαιοελληνικά έπη, που ενσωματώθηκε στο αυτόχθον υλικό σε μια αρκετά πρώιμη φάση. Η απόδοση του Αινεία ως πρόγονου του Ρωμύλου και του Ρώμου είναι μια τέτοια περίπτωση. Η Αινειάδα και τα πρώτα βιβλία του Τίτου Λίβιου είναι οι εκτενέστερες πηγές αυτής της ανθρώπινης μυθολογίας.
Γηγενείς ρωμαϊκοί και ιταλικοί μύθοι: Η ρωμαϊκή τελετουργική πρακτική των επίσημων ιερατείων διακρίνει δύο τάξεις θεών, τους dii intigetes (αυτόχθονες) και τους dii novensides ή novensiles (καινοφανείς). Οι αυτόχθονες ήταν οι αρχικοί θεοί του ρωμαϊκού κράτους. Τα ονόματα και η φύσης τους υποδεικνύεται από τα ονόματα των πρώιμων ιερέων και από τις καθορισμένες εορταστικές εκδηλώσεις το ρωμαϊκού ημερολογιακού κύκλου. Τριάντα τέτοιοι θεοί τιμόταν σε ειδικές γιορτές. Οι novensides ήταν ύστερες θεότητες, των οποίων η λατρεία εισήχθη στην πόλη κατά την ιστορική περίοδο, συνήθως σε γνωστή ημερομηνία, και συχνά συνδεόταν με μια ιδιαίτερη κρίση της ρωμαϊκής κοινωνίας. Οι πρώιμες ρωμαϊκές θεότητες περιλάμβαναν, εκτός από τους dii indigetes, ένα πλήθος εξειδικευμένων θεών, των οποίων τα ονόματα επικαλούνταν προκειμένου να εκτελέσουν διάφορες δραστηριότητες όπως για παράδειγμα η συγκομιδή. Τμήματα του αρχαίου τελετουργικού που συνόδευαν δραστηριότητες όπως το όργωμα και η σπορά, υποδεικνύουν ότι σε κάθε στάδιο της διαδικασίας επικαλείτο και μια ξεχωριστή θεότητα, το όνομα της οποίας προερχόταν από το ανάλογο ρήμα (πχ. οργώνω, σπέρνω). Τέτοιες θεότητες είναι δυνατόν να ομαδοποιηθούν στην κατηγορία των βοηθητικών θεών που επικαλούνταν οι αρχαίο Ρωμαίοι μαζί με τις μείζονες θεότητες. Η πρώιμη ρωμαϊκή θρησκεία δεν ήταν τόσο πολυθεϊσμός όσο πολυδαιμονισμός, με την αρχαία χρήση του όρου δαίμων. Η αντίληψη του πιστού για τα πλάσματα που επικαλείτο, βασιζόταν απλώς στη γνώση των ονομάτων και των ιδιοτήτων τους, και το νοούμενο (numen) των θεϊκών πλασμάτων ή η δύναμή τους εκδηλωνόταν με εντελώς εξειδικευμένους τρόπους.
Ο χαρακτήρας των indigetes και των εορτασμών τους δείχνουν ότι οι αρχαίοι Ρωμαίοι δεν ήταν απλώς μέλη μιας αγροτικής κοινότητας, αλλά ότι αγαπούσαν επίσης τον πόλεμο. Οι θεοί τους αντιπροσώπευαν ακριβώς τις πρακτικές ανάγκες της καθημερινής ζωής, έτσι όπως τις αντιλαμβανόταν η ρωμαϊκή κοινότητα στην οποία ανήκαν. Ακολουθούσαν λεπτομερειακά τα τυπικά και τις κατάλληλες για την περίσταση προσφορές. Έτσι ο Ιανός και η Βέστα (Εστία) ήταν φύλακες των πυλών και της εστίας αντίστοιχα. Οι Λάρες προστάτευαν τον αγρό και τον οίκο, ο Πάλης το κοπάδι, ο Σατούρνους (Κρόνος) τη σπορά, η Σέρες (Δήμητρα) την ανάπτυξη του σπόρου, ο Πομόνα τον καρπό και οι Κόνσους και Ότις, τη συγκομιδή. Ακόμη και ο μεγαλοπρεπής Ζούπιτερ, ο ρωμαϊκός Δίας και κυβερνήτης των θεών, τιμόταν για τη βοήθειά του με βροχές στα χωράφια και στα αμπέλια. Στην ευρύτερη επικράτειά του, μέσω του όπου της αστραπής, ήταν ο καθοδηγητής της ανθρώπινης δραστηριότητας και προστάτης των Ρωμαίων στις πολεμικές τους επιχειρήσεις πέραν των συνόρων της κοινότητάς τους. Επιφανείς στα αρχαία χρόνια ήταν επίσης ο Μαρς (Άρης) και Κουϊρίνος, που συνήθως ταυτίζονταν μεταξύ τους. Ο Μαρς ήταν θεός των νέων και των δραστηριοτήτων τους, ειδικά του πολέμου. Η λατρεία του γινόταν τον Μάρτιο και το Οκτώβριο. Όσο για τον Κουϊρίνο, οι σύγχρονοι ερευνητές της μυθολογίας θεωρούν ότι ήταν προστάτιδα θεότητα της πολεμικής κοινότητας εν καιρώ ειρήνης.
Επικεφαλής του αρχαϊκού πάνθεου ήταν η τριάδα Ζούπιτερ, Μαρς και Κουϊρίνος (οι τρεις ιερείς των οποίων, ή flamens, ανήκαν στην ύψιστη ιερατική τάξη), και ο Ιανός με την Βέστα (Εστία). Από όσα γνωρίζουμε έως τώρα, στους αρχαίους χρόνους δεν είχαν διακριτή ταυτότητα, δηλαδή προσωπικούς μύθους, γάμους και γενεαλογίες. Αντίθετα από τους θεούς των Ελλήνων δεν τους αποδίδονταν ανθρωπομορφικές συνήθειες και δεν έχουν διασωθεί πολλές αφηγήσεις για τις δραστηριότητές τους. Η αρχαία λατρεία συνδεόταν επίσης με τον Νουμά, τον δεύτερο μυθικό βασιλιά, που θεωρείτο ότι είχε ως σύζυγό του τη ρωμαϊκή θεά των πηγών και της γέννησης, την Εγερία, που εμφανίζεται σαν νύμφη σε μεταγενέστερες φιλολογικές πηγές. Τα νέα στοιχεία προστέθηκαν σε σχετικά πρώιμη εποχή. Στο βασιλικό οίκο των Ταρκύνιων αποδίδεται διαμέσου του μύθου η εγκαθίδρυση της τριάδας του Καπιτωλίου, δηλαδή του Ζούπιτερ (Δία), της Ζούνο (Ήρας) και της Μινέρβα (Αθηνάς) που κατείχαν την υπέρτατη θέση στη ρωμαϊκή θρησκεία. Άλλες προσθέσεις τέτοιου είδους ήταν η λατρεία της Ντιάνα (Αρτέμιδος) στον Αβεντινό Λόφο, και η εισαγωγή προφητειών τις οποίες, σύμφωνα με την παράδοση, έλαβε ο Ταρκύνιος (6ος αιώνας π.Χ.) από την Κυμαία Σίβυλλα.
Ξένοι θεοί στη Ρώμη: Η απορρόφηση γειτονικών θεοτήτων ήταν αναπόφευκτη καθώς το ρωμαϊκό κράτος άρχισε να κατακτά τον περιβάλλοντα χώρο. Οι Ρωμαίοι απέδιδαν στους τοπικούς θεούς των κατακτημένων λαών τις ίδιες τιμές που απέδιδαν στις τοπικές τους θεότητες. Σε αρκετές περιπτώσεις οι νεοαποκτηθείσες θεότητες προσκαλούνταν επισήμως να αναλάβουν τα νέα ιερά τους στη Ρώμη. Το 203 πΧ, το λατρευτικό άγαλμα της Κυβέλης αφαιρέθηκε από τον φρυγικό Πεσσινό και τελετουργικά καλωσορίστηκε στη Ρώμη. Επιπλέον, η ανάπτυξη της πόλης προσέλκυσε αρκετούς ξένους, στους οποίους επιτρεπόταν να συνεχίζουν τη λατρεία των θεών τους. Με τον ίδιο τρόπο έφθασε στη Ρώμη ο Μίθρας, και η δημοτικότητά του στις ρωμαϊκές λεγεώνες ήταν τέτοια ώστε η λατρεία του έφθασε ως τη Βρετανία. Εκτός από τον Κάστορα και το Πολυδεύκη, οι κατακτημένες πόλεις της Ιταλίας συνεισέφεραν αρκετά στο ρωμαϊκό πάνθεον. Η Ντιάνα, η Μινέρβα, ο Χέρκουλες, η Βένους και άλλες ελάσσονες θεότητες, με το πέρασμα του χρόνου ταυτίστηκαν με τις ανθρωπόμορφες θεότητες του ελληνικού πάνθεου και ανέλαβαν πολλές από τις ιδιότητες και τους μύθους τους.
Ορισμός: Ως ρωμαϊκή θρησκεία ορίζουμε το ετερογενές σώμα δοξασιών, αντιλήψεων και λατρευτικών πρακτικών που εξασκούνταν στο ρωμαϊκό κράτος κατά την αρχαιότητα.
Οι απαρχές: Η ρωμαϊκή θρησκεία, έχοντας δεχθεί ισχυρές ετρουσκικές και ελληνικές επιρροές, ήταν μια πολυθεϊστική τυπολατρική αστική θρησκεία, η οποία επικεντρωνόταν στην εξασφάλιση της εύνοιας των θεών, τόσο σε οικογενειακό όσο και σε κοινοτικό επίπεδο, μέσω της προσκόλλησης σε παραδοσιακές λατρευτικές τελετουργίες (θυσίες, προσευχές, ύμνους, αργίες, αθλητικούς αγώνες), που χρηματοδοτούσαν το κράτος και οι ευκατάστατες κοινωνικές ομάδες. Το πάνθεον έμοιαζε με το αντίστοιχο των ελληνικών πόλεων-κρατών, με ορισμένες μόνο ουσιαστικές διαφορές στις ιδιότητες της κάθε θεότητας και στις όψεις του κόσμου ή στις δραστηριότητες τις οποίες αυτή ρύθμιζε. Αρχικώς βέβαια δεν ήταν ανθρωπομορφικό πάνθεον ούτε υποστηριζόταν από εκτενείς μυθολογικές αφηγήσεις, αλλά με το πέρασμα του χρόνου υιοθετήθηκαν πλήρως οι ελληνικοί μυθικοί κύκλοι και οι ιστορίες για τους αντίστοιχους θεούς. Στόχος της λατρείας ήταν η εξευμένιση των θεών και ο «συνεταιρισμός» μαζί τους για τη διασφάλιση της επιτυχίας σε κάποιο εγχείρημα. Επικρατούσε η αντίληψη ότι ο κόσμος, οι θεότητες και οι άνθρωποι υπήρχαν ανέκαθεν, και οι ίδιοι οι Ρωμαίοι ήταν που επέλεξαν, όταν ίδρυσαν την πόλη τους, να «συνεταιριστούν» με συγκεκριμένους θεούς τους οποίους από εκεί και πέρα τιμούσαν. Για το λόγο αυτόν οι Ρωμαίοι δεν επιχείρησαν ποτέ να εμφυτεύσουν το θρησκευτικό εορτολόγιο, τις παραδόσεις και το πάνθεον τους στις ιταλικές πόλεις που έπεσαν υπό την επιρροή τους, θεωρώντας την αστική λατρείας τους καθαρά ρωμαϊκή υπόθεση.
Για το επίσημο κράτος η ύπαρξη των θεών, και μάλιστα όχι μόνο αυτών που λατρεύονταν στη Ρώμη, ήταν δεδομένη στο πλαίσιο μιας ανιμιστικής καταγωγής αντίληψης περί παρουσίας εκατοντάδων θείων πνευμάτων σε ιερούς τόπους, σε ιερά ζώα, σε φυσικά φαινόμενα ή ακόμη και σε αφηρημένες έννοιες. Με τον όρο ανιμισμός (από το λατινικό anima) στη θρησκειολογία και την ανθρωπολογία, εννοείται η αρχέγονη ανθρώπινη θρησκεία η οποία θεμελιώνεται στην πεποίθηση της ύπαρξης πνευματικών υπάρξεων που εμψυχώνουν κάθε μορφή και εκδήλωση του φυσικού κόσμου. Πρόκειται για την αρχαιότερη λατρευτική πρακτική της ανθρωπότητας και τα χαρακτηριστικά της απαντώνται σε γηγενείς πολιτισμούς. Η βάση του ανιμισμού είναι η άποψη ότι υπάρχει ένα πνευματικό βασίλειο το οποίο μοιράζονται οι άνθρωποι με το σύμπαν. Η θεμελιώδης άποψη ότι οι άνθρωπο, τα φυτά, τα ζώα και τοα ουράνια σώματα κατέχουν ψυχή ανεξάρτητη από τη φυσική ύπαρξη, είναι κεντρική στον ανιμισμό. Ο βρετανός ανθρωπολόγος Έντουαρντ Μάρνετ Τέιλορ, στο έργο του «Πρωτόγονος Πολιτισμός» (Primitive Culture, 1871) όρισε τον ανιμισμό ως «γενική πίστη στις πνευματικές υπάρξεις», και τη χαρακτήρισε ως «ελάχιστο ορισμό της θρησκείας». Θεώρησε ότι όλες οι θρησκείες, από την απλούστερη έως την πλέον σύνθετη, μοιράζονται κάποιου είδους ανιμιστικές πεποιθήσεις. Κατά την άποψή του, ως πρωτόγονοι πολιτισμοί ορίζονται εκείνοι που δεν διαθέτουν γραπτή παράδοση και πιστεύουν ότι τα πνεύματα ή ψυχές έδωσαν ζωή στις ανθρώπινες και τις υπόλοιπες υπάρξεις του φυσικού κόσμου.
Η ρεπουμπλικανική πολιτειακή οργάνωση, τα αξιώματα και τα σώματά της, αντλούσαν τη νομιμοποίησή τους στα μάτια του λαού από την ευσεβή τους στάση απέναντι στους θεούς και τη συσχέτισή τους με συγκεκριμένες θεότητες. Με τον όρο ρωμαϊκή ρεπούμπλικα, δημοκρατία (λατιν.: Republica Romanorum), εννοούμε εκείνη την περίοδο της ρωμαϊκής ιστορίας κατά την οποία οι Ρωμαίοι, εκδιώκοντας τον τελευταίο βασιλιά τους, τον Ετρούσκο Λεύκιο Ταρκύνιο, εγκαθίδρυσαν παράλληλα δημοκρατία. Η περίοδος της Δημοκρατίας ή ρεπουμπλικανική περίοδος ξεκινά με την πτώση του τελευταίου Ετρούσκου βασιλιά της Ρώμης, του Ταρκύνιου του υπερήφανου (Tarkinious Superbus), το 509π.Χ., και τελειώνει με την επικράτηση του Οκταβιανού επί του Μάρκου Αντώνιου στη ναυμαχία του Ακτίου, το 31π.Χ. Ωστόσο δεν οριζόταν κάποια συγκεκριμένη θρησκευτική αυθεντία, που να είχε τον έσχατο λόγο στην τέλεση των δημόσιων ιεροτελεστιών και στην αστυνόμευση των λατρευτικών πρακτικών. Οι αρμοδιότητες αυτές ήταν κατανεμημένες σε διάφορα ρεπουμπλικανικά ιερατικά αξιώματα που τα κατείχαν θρησκευτικοί άρχοντες της ρωμαϊκής πόλης-κράτους, υπόλογοι στη Σύγκλητο και στους Υπάτους, οι οποίοι εκλέγονταν συνήθως από τις ρωμαϊκές Εκκλησίες του Δήμου.
Το σπουδαιότερο από τα εν λόγω αξιώματα ήταν αυτό του Μέγιστου Αρχιερέα (Pontifix Maximus), του επικεφαλής των ιερειών της σπουδαίας θεάς Εστίας, των «Εστιάδων», της οποίας η «ιερή φλόγα» έπρεπε να καίει αδιάκοπα στα μεγάλα δημόσια κτίρια. Αλλά κανένας μεμονωμένος ιεράρχης δεν είχε ιδιαίτερα διευρυμένο, πόσο μάλλον απόλυτο, έλεγχο στις ποικίλες όψεις της κρατικής λατρείας. Η αστική ρωμαϊκή θρησκεία, προσανατολισμένη στην ευσεβή και ακριβή τήρηση της παράδοσης, έχει τις ρίζες της σε προϊστορικές αγροτικές λατρείες της γονιμότητας, και γι’ αυτό δεν ήταν ασύμβατη με ιδιωτικές μυστηριακές λατρείες που άρχισαν κατά την ελληνιστική εποχή να εισάγονται δειλά στην Ιταλία μέσω της Μεγάλης Ελλάδας. Ωστόσο, σε αντίθεση με τις τελευταίες, λειτουργούσε αποκλειστικά ως παράγοντας κοινωνικής συνοχής και δικαιολόγησης των κρατικών ενεργειών.
Ο Ύπατος Ποντίφικας και οι Εστιάδες
Πριν συνεχίσουμε είναι ανάγκη να αναφερθούμε εκτενέστερα στον Μέγιστο Αρχιερέα (Pontifix Maximus) και στις Εστιάδες.
Α) Ύπατος Ποντίφικας (Pontifix Maximus) είναι τίτλος που δήλωνε τον αρχιερέα της αρχαίας ρωμαϊκής Κολλεγίας των Ποντίφικων (Collegium Pontificum). Ήταν ο πιο σημαντικός θρησκευτικός τίτλος της αρχαίας ρωμαϊκής θρησκείας. Σταδιακά όμως περιέλαβε περισσότερες πολιτικές και διοικητικές αρμοδιότητες. Αρχικά ήταν τίτλος διαθέσιμος μόνο στους πατρικίους, πράγμα που άλλαξε το 254π.Χ. με την ανάδειξη ενός πληβείου στη θέση αυτή. «Ύπατος Ποντίφηξ» ή απλά «Ποντίφικας», ονομάζεται σήμερα ο προκαθήμενος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, γνωστός και ως «Πάπας» (ιταλικό υποκοριστικό της λέξης «πατέρας»). Η λατινική λέξη Pontifix κυριολεκτικά σημαίνει «Κατασκευαστής Γεφυρών» (pons+facere). «Maximus» σημαίνει Ανώτατος, Ύπατος. Πρέπει να τονιστεί εδώ πως η θέση του «Κατασκευαστή Γεφυρών» στη Ρώμη ήταν πολύ σπουδαία. Ο ποταμός Τίβερης που τη διασχίζει, είχε ιερή σημασία για τους αρχαίους Ρωμαίους και μόνο ένας γνωστός και ευσεβής Ρωμαίος επιτρεπόταν να αλλοιώσει τον ποταμό με μηχανικές προσθήκες. Βέβαια, στη συγκεκριμένη περίπτωση μάλλον περιγράφει τη δημιουργία γεφυρών μεταξύ θεών και ανθρώπων. Η λέξη από μερικούς θεωρείται και παραλλαγή της Ετρουσκικής λέξης για τον ιερέα.
Στη ρωμαϊκή Ρεπούμπλικα, ο Pontifix Maximus ήταν ο ανώτερος άρχων της πολυθεϊστικής θρησκείας. Ήταν επίσης η σπουδαιότερη θέση στην Κολλεγία των Ποντίφικων (ή, αλλιώς, Ποντιφίκιο Συμβούλιο).Τον πρώτο καιρό της Ρεπούμπλικα, ο Ποντίφικας διόριζε τα υπόλοιπα μέλη της Κολλεγίας, της οποίας τα μέλη επίσης ονομάζονταν Ποντίφικες. Σύμφωνα με τον Κικέρωνα (Κικέρων, «Περί Ρητορικής ΙΙΙ», 19,73), ο θρυλικός βασιλιάς της Ρώμης Νουμάς Πομπίλιος ίδρυσε την Κολλεγία των Ποντίφικων. Βέβαια, στη συνέχεια εμφανίστηκαν και άλλοι θρησκευτικοί άρχοντες, ακόμη και Κολλεγίες. Τα στοιχεία για τα πρώτα χρόνια είναι ελάχιστα και κάποιες πηγές μιλούν για καθημερινή λίστα ενεργειών που αποτελούσε ταμπού για τον Ποντίφικα. Παρόλα αυτά κάποιες άλλες πηγές αναφέρουν ότι οι Ποντίφικες ζούσαν μια διακεκριμένη, βεβαίως, κανονική κοσμική ζωή χωρίς πολλούς περιορισμούς. Ο αριθμός των Ποντίφικων εκλεγόταν από το κοοπτάσιο (cooptation). Αρχικά ήταν έξη και ύστερα αυξήθηκαν σε δέκα έξη, μέχρι την επιβολή της Μοναρχίας όπου η θέση περιορίστηκε σε μια, που κατεχόταν από τον ίδιο τον Αυτοκράτορα.
Ο Ποντίφικας δεν περιοριζόταν στον ιερατικό του ρόλο. Κατείχε, εκτός της θρησκευτικής, και πολιτική δύναμη χωρίς να είναι σίγουρο πια από τις δύο κρινόταν ως ισχυρότερη. Η κατοχή της θέσης δεν απαγόρευε την κατοχή δικαστικής ή στρατιωτικής θέσης στον κάτοχό της. Εγκατασταθείς στο παλαιό Βασιλικό Ανάκτορο, «Curia Regia», στην Ιερά Οδό, ασκούσε την εποπτεία επί παντός ιερού θέματος. Οι Ποντίφικες κρατούσαν τα πρακτικά των εκλογών του δικαστικού σώματος και των δημόσιων ημερολογίων (annals maximi), εργασίες που τους προσέδιδαν κύρος. Ακόμα συνέλεγαν πληροφορίες για τη θρησκευτική παράδοση που αποτελούσε το δόγμα της θρησκείας τους. Τέλος έλεγχαν το ημερολόγιο και το συγχρόνιζαν με την αλλαγή των εποχών όποτε χρειαζόταν διόρθωση. Αυτό χρησιμοποιήθηκε από πολλούς Ποντίφικες για να παρατείνουν το χρόνο που κατείχαν το αξίωμα ή να βοηθήσουν πολιτικούς συμμάχους τους. Αυτό οδήγησε σε ημερολογιακό χάος που λύθηκε με την πρόταση του Ιουλιανού Ημερολογίου από τον Ιούλιο Καίσαρα που κατείχε τη θέση. Στην αρχή μόνο πατρίκιοι είχαν το δικαίωμα να καταλάβουν τη θέση, αλλά το 254π.Χ. η θέση άνοιξε και για τους πληβείους χάνοντας λίγο από το κύρος της. Μετά τη δολοφονία του Ιούλιου Καίσαρα και τη εξορία του τότε Ποντίφικα Σύλλα, ο Αύγουστος Καίσαρας κατέλαβε τη θέση κάνοντας την έναν από τους πολλούς αυτοκρατορικούς τίτλους.
Με την επικράτηση του χριστιανισμού, ο τίτλος αυτός παρέμεινε προσδίδοντας στον φέροντα τη θεολογική ερμηνεία του γεφυροποιού ή οδοποιού μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Τον τρόπο εκλογής του Ύπατου Ποντίφικα όρισαν κατά πρώτον η παράδοση, ο σχετικός νόμος του 332π.Χ., ο Δομέτιος Νόμος (Lex Domitia) του 104π.Χ. και οι νόμοι του Λεύκιου Κορνήλιου Σύλλα του 80π.Χ. Μερικές διατάξεις αυτών των νόμων σχετικά με την Ποντιφίκια λειτουργία ισχύουν μέχρι σήμερα. Στα αυτοκρατορικά χρόνια το αξίωμα του Ύπατου Ποντίφικα αναλαμβανόταν από τον εκάστοτε αυτοκράτορα, έως τον Γρατσιανό, που πρώτος το αρνήθηκε το 375. Για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκε ειρωνικά από τον Τερτυλλιανό τον 3ο αιώνα μ.Χ. για να χαρακτηρίσει τον Πάπα Καλλίστο Α’. Επίσημα χρησιμοποιήθηκε τον 6ο αιώνα μ.Χ. από τον Πάπα Γρηγόριο Α’ για να δηλώσει την υπεροχή της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και την πολιτική ηγεμονία του Βατικανού. Από τότε παρέμεινε ένας από τους τίτλους των προκαθήμενων της και των Ποντιφίκιων συμβουλίων της.
Β) Στην αρχαία Ρώμη, οι Vestales ή Εστιάδες Παρθένες ήταν ιέρειες της Bέστα, θεάς της οικογενειακής εστίας, από απόδοση της ελληνικής θεάς Εστίας στη ρωμαϊκή θρησκεία. Πρωταρχικό τους καθήκον ήταν η συντήρηση της Ιερής Φωτιάς της Βέστα στο ναό της θεάς στη Ρωμαϊκή Αγορά. Το καθήκον αυτό ήταν ιδιαίτερα τιμητικό και απέδιδε μεγάλα προνόμια στις γυναίκες που το υπηρετούσαν. Οι Εστιάδες αποτελούσαν τα μοναδικά θηλυκά μέλη του αρχαίου ρωμαϊκού ιερατείου. Ιερά τους αντικείμενα ήταν η φωτιά της εστίας και το καθαρό νερό. Διάσημες Εστιάδες της ρωμαϊκής μυθολογίας είναι η Ταρπεία, κόρη του Σπούριου Ταρπήιου, που πρόδωσε τη Ρώμη στους Σαβίνους, καθώς και η Ρέα Σύλβια, που βιάστηκε από τον Μαρς (ρωμαϊκό αντίστοιχο του ελληνικού θεού Άρη) και έφερε στον κόσμο τον Ρωμύλο και τον Ρώμο, ιδρυτές της Ρώμης.
Ο ιστορικός Πλούταρχος αποδίδει την ίδρυση του ναού της Εστίας στον Νούμα Πομπίλιο, που αρχικά όρισε δύο ιέρειες, στις οποίες αργότερα προστέθηκαν άλλες δύο, με τον Σέρβιο να ανεβάζει τον αριθμό τους σε έξη (Πλουτάρχου Βίοι, Νούμα Πομπίλιος, 9,5-10). Ο Αμβρόσιος αναφέρει και μία έβδομη προς το τέλος της παγανιστικής εποχής (Αμβρόσιος επίσκοπος Μεδιολάνων, Επιστολή 18 «Εις Αυτοκράτορα Βαλεντιανό»).Ο ιστορικός του 2ου αιώνα, Άουλους Γέλλιους, γράφει πως η πρώτη Εστιάδα απομακρύνθηκε από τους γονείς της από τον ίδιο τον Νούμα Πομπίλιο. Ο Νούμα επίσης ανέθεσε στον Μέγιστο Ποντίφικα (Pontifix Maximus) να πρωτοστατεί στις τελετές, να ορίζει τους κανόνες των τελετών και να εποπτεύει τις Εστιάδες. Οι πρώτες Εστιάδες σύμφωνα με τον Μάρκο Τερέντιο Βάρρο ήταν: Η Γεγανία, η Βενενεία, η Κανουλεία και η Ταρπήια. Οι Εστιάδες Παρθένες έγιναν τελικά μια ισχυρή δύναμη με μεγάλη επιρροή στο ρωμαϊκό κράτος. Όταν ο δικτάτορας Σύλλας περιέλαβε τον νεαρό Ιούλιο Καίσαρα στη λίστα θανάτου των πολιτικών του αντιπάλων, οι Εστιάδες παρενέβησαν υπέρ του και εξασφάλισαν συγχώρεση προς το πρόσωπό του (Σουετόνιος, «Ιούλιος Καίσαρ», 1.2). Ο Οκταβιανός Αύγουστος περιέλαβε τις Εστιάδες σε όλες τις μεγάλες τελετές του κράτους. Η Μεγίστη Εστιάδα Παρθένα (Virgo Vestalis Maxima) επέβλεπε τις άλλες ιέρειες και ήταν παρούσα στο Κολλέγιο των Ποντίφικων (Collegium Pontificum). Η θητεία της κρατούσε 57 έτη. Σύμφωνα με τον Τάκιτο, η τελευταία γνωστή Μεγίστη Εστιάδα ήταν η Κοέλια Κονκορδία, το 380. Ο θεσμός των Εστιάδων έλαβε τέλος το 394, οπότε έσβησε οριστικά η φλόγα. Οι Εστιάδες διαλύθηκαν με διαταγή του Μεγάλου Θεοδοσίου.
Οι Εστιάδες Παρθένες και η ευημερία τους θεωρούνταν συνυφασμένες με τη δημόσια υγεία και την ευμάρεια της πόλης. Ο Σύμμαχος γράφει (Αμβροσίου επισκόπου Μεδιολάνων, Επιστολή 17): «Οι νόμοι των προγόνων μας παρέχουν στις Εστιάδες Παρθένες και στους υπηρέτες των θεών τη συντήρησή του και δίκαια προνόμια. Το δώρο αυτό διατηρήθηκε απείραχτο μέχρι την εποχή των έκφυλων αργυραμοιβών, που μετέτρεψαν τη συντήρηση της ιερής αγνότητας σε μισθούς των αχθοφόρων. Σαν αποτέλεσμα του γεγονότος ξέσπασε λιμός και κακή σοδειά που διέψευσε τις ελπίδες όλων των επαρχιών (….). Ήταν μια ιεροσυλία που έκανε στείρα τη χρονιά, γιατί ήταν απαραίτητο να χάσουν όλοι αυτό που αρνήθηκαν από τη θρησκεία.»
Ο Ζώσιμος (Ζώσιμος, Νέα Ιστορία, 5.38) καταγράφει πως μια χριστιανή ευγενής, η Σερένα, ανιψιά του Θεοδοσίου, μπήκε στο ναό και πήρε από το άγαλμα της θεάς ένα κόσμημα, φορώντας το η ίδια στο λαιμό της. Μια ηλικιωμένη γυναίκα εμφανίστηκε, η τελευταία των Εστιάδων, και επέπληξε την Σερένια ζητώντας να πέσει επάνω της βαριά τιμωρία για τη βέβηλη πράξη της. («The Curse of the last Vestal»,Melissa Barden Dowling, Biblical Archeology Society, Archeology Odyssey, Ιαν/Φεβρ. 2001). Σύμφωνα με τον Ζώσιμο, η Σερένα άρχισε να βλέπει βασανιστικά όνειρα που προέβλεπαν τον θάνατό της. Ο Αυγουστίνος εμπνεύστηκε να γράψει την «Πόλη του Θεού», από τους ψιθύρους πως η άλωση της Ρώμης και η πτώση της αυτοκρατορίας της έλαβε χώρα εξαιτίας της χριστιανικής εποχής και της αδιαλλαξίας που επέδειξε απέναντι στους παλιούς θεούς που υπεράσπιζαν την πόλη για πάνω από χίλια χρόνια.
Οι Εστιάδες Παρθένες έμπαιναν στο σχήμα σε πολύ νεαρή ηλικία, πριν την εφηβεία, και ορκίζονταν σε αγαμία για τα επόμενα 30 χρόνια της ζωής τους. Αυτά τα τριάντα χρόνια χωρίζονταν σε τρεις δεκαετίες. Δέκα για μαθητεία, δέκα για υπηρεσία και δέκα για διδασκαλία. Μετά μπορούσαν να παντρευτούν αν το ήθελαν (Πλουτάρχου Βίοι, Νούμα Πομπίλιος, 9,5-10). Ωστόσο λίγες αποφάσιζαν να αφήσουν το κύρος και τη διαβίωσή τους μέσα στην πολυτέλεια. Αυτό απαιτούσε να αφεθούν στην εξουσία ενός άντρα, με όλες τις απαγορεύσεις που επέβαλε ο ρωμαϊκός νόμος. Από την άλλη, για έναν άνδρα, ένας γάμος με μια πρώην Εστιάδα θεωρούταν μεγάλη τιμή. Ο αρχιερέας Μέγιστος Ποντίφικας έκανε τις επιλογές του μέσα από ένα μεγάλο σύνολο κοριτσιών μεταξύ έξη και δέκα ετών. Για να εξασφαλίσουν την ένταξή τους στο σχήμα έπρεπε να μην έχουν σωματικά ή ψυχικά ελαττώματα, να ζουν και οι δύο γονείς τους και να είναι κόρες κατοίκων της Ιταλίας που γεννήθηκαν ελεύθεροι. Άφηναν το πατρικό τους σπίτι, γίνονταν δεκτές από τον Μέγιστο Ποντίφικα και τα μαλλιά τους κουρεύονταν. Ο Ποντίφικας έδειχνε την επιλογή του με τα λόγια (Εστιάδες Παρθένες, Aulus Gellius, Αττικές Νύκτες 1,12):
«Σε παίρνω, Άματα, να γίνεις Εστιάδα ιέρεια που θα τελεί τις ιερές τελετές, όπως ορίζει να κάνει μια Εστιάδα ιέρεια ο νόμος για χάρη του ρωμαϊκού λαού, με τους ίδιους όρους με εκείνη που ήταν Εστιάδα με τους καλύτερους όρους.»
Τώρα οι κοπέλες βρίσκονταν υπό την προστασία της θεάς. Αργότερα, όταν κατέστη πιο δύσκολο να βρίσκονται κατάλληλα κορίτσια, έγιναν δεκτές και κόρες πληβείων και αργότερα απελεύθερων ανδρών (Vestal Virgins, Encyclopedia Britannica, Ultimate Reference DVD, 2003). Στα καθήκοντά τους περιλαμβανόταν η συντήρηση της ιερής φλόγας της Βέστα, θεάς της εστίας και του σπιτιού, η συλλογή νερού από μια ιερή πηγή, η προετοιμασία του φαγητού που χρειαζόταν για τις τελετές, και η φροντίδα των ιερών αντικειμένων στο σκευοφυλάκιο του ναού. Συντηρώντας την ιερή φωτιά της Βέστα, από την οποία ο καθένας μπορούσε να πάρει φλόγα για προσωπική του χρήση στο σπίτι, λειτουργούσαν κατά κάποιο τρόπο ως οικονόμοι κάθε σπιτιού της Ρώμης, υπό θρησκευτικό πρίσμα. Στις Εστιάδες ανατέθηκε κατά καιρούς να φυλάξουν με ασφάλεια διαθήκες σημαντικών ανθρώπων όπως ο Ιούλιος Καίσαρ και ο Μάρκος Αντώνιος. Επιπροσθέτως, πρόσεχαν και ορισμένα ιερά αντικείμενα συμπεριλαμβανομένου του Παλλαδίου. Επίσης, έφτιαχναν ένα ειδικό αλεύρι που ονομάζεται mola salsa και το οποίο χρησιμοποιούσαν σε όλες τις δημόσιες προσφορές προς κάποιον θεό. Οι Εστιάδες απολάμβαναν σημαντικά προνόμια όπως:
Το να αφεθεί η ιερή φλόγα της Βέστα να σβήσει, υπονοώντας ότι η θεά απέσυρε την προστασία της από την πόλη, ήταν σημαντικό παράπτωμα και τιμωρούταν με μαστίγωμα (Vesta, Encyclopedia Britannica, 1911 Edition). H αγνότητα των Εστιάδων θεωρούταν συνυφασμένη με την υγεία του ρωμαϊκού κράτους. Όταν έμπαιναν στο σχήμα τα κορίτσια, άφηναν πίσω τους την εξουσία του πατέρα και γίνονταν κόρες του κράτους. Κατ’ επέκταση, οποιαδήποτε σαρκική σχέση με έναν πολίτη θεωρούταν αιμομιξία και πράξη προδοσίας (Vestal Virgins, Chaste Keepers of the Flame, Melissa Barden Dowling, Biblical Archeological Society, Archeology Odyssey, 2001). Η τιμωρία για την παράβαση του όρκου ήταν να θαφτούν ζωντανές στο campus sceleratus, μια υπόγεια κάμαρα, με φαγητό και νερό λίγων ημερών. Η αρχαία παράδοση απαιτούσε μια ανυπάκουη Εστιάδα να θάβεται μέσα στην πόλη, καθώς αυτός ήταν ο μοναδικός τρόπος να μην χυθεί το αίμα της, πράγμα που απαγορευόταν αυστηρά. Δυστυχώς η πράξη αυτή παραβίαζε το ρωμαϊκό νόμο που όριζε κανένα πρόσωπο να μην θάβεται μέσα στην πόλη. Για να λυθεί το ζήτημα αυτό, οι Ρωμαίοι έθαβαν την ιέρεια με μια ποσότητα τροφίμων και νερού, όχι για να επεκτείνουν την τιμωρία της αλλά ώστε να μην πεθάνει πρακτικά μέσα στην πόλη, αλλά να κατέβει σε ένα «κατοικήσιμο δωμάτιο». Επιπλέον, θα πέθαινε με τη θέλησή της. Οι περιπτώσεις τέτοιας ανομίας και τιμωρίας ήταν σπάνιες Η Εστιάδα Τουκκία κατηγορήθηκε για πορνεία, αλλά μετέφερε νερό σε ένα κόσκινο για να αποδείξει την αθωότητά της.
Η μέθοδος απόδειξης ότι μια Εστιάς διέπραξε παράπτωμα θα μπορούσε να θεωρηθεί μη επιστημονική βάση των σύγχρονων προτύπων. Επειδή η παρθενία μιας Εστιάδας θεωρούταν συνυφασμένη με την ιερή φλόγα, αν η φλόγα έσβηνε μπορεί να σήμαινε πως είτε η ιέρεια δεν συμπεριφέρθηκε σωστά ή ότι παραμέλησε τα καθήκοντά της. Ενώ ο θεσμός των Εστιάδων διατηρήθηκε για πάνω από χίλια χρόνια, υπάρχουν μόνο δέκα καταγεγραμμένες περιπτώσεις ανομίας, και οι συγκεκριμένες δίκες έλαβαν χώρα σε περιόδους πολιτικής κρίσης του κράτους. Υπάρχει η πιθανότητα οι Εστιάδες να χρησιμοποιήθηκαν σαν αποδιοπομπαίοι τράγοι. («Vestal Virgins, Chaste Keepers of the Flame», Melissa Barden Dowling). Καθώς η ευημερία του κράτους θεωρούταν ότι σχετιζόταν άμεσα με την αγνότητα και την πνευματική υγεία τους, είναι λογικό η υποψία να βρήκε πρόσφορο έδαφος σε περιόδους κρίσης.
Για τις πρώτες Εστιάδες, στην Άλμπα Λόνγκα, πιστεύεται πως μαστιγώνονταν μέχρι θανάτου αν είχαν σεξουαλικές σχέσεις. Ο ρωμαίος βασιλιάς Ταρκύνιος Πρίσκος όρισε την τιμωρία του θαψίματος, την οποία επέβαλε στην ιέρεια Πινάρια. Το μαστίγωμα με καλάμια, καμιά φορά προηγούταν της ποινής, όπως συνέβη με την Ουρμπινία, το 471πΧ. Υποψίες κίνησε η Μινούτσια εξαιτίας μιας ανεπίτρεπτης αγάπης για την εμφάνισή της και τις αποδείξεις που παρείχε ένας σκλάβος. Κρίθηκε ένοχη και θάφτηκε ζωντανή (Τίτος Λίβιος, «Ιστορία της Ρώμης», βιβλ. 8, 15). Παρομοίως η Ποστουρνία, αν και ήταν σύμφωνα με τον ιστορικό Λίβιο αθώα (βιβλ. 4,44), δικάστηκε για έλλειψη αρετής με τις υποψίες να έχει κινήσει η άσεμνη εμφάνισή της. Η Ποστουρνία τελικά έλαβε αυστηρή προειδοποίηση να συμμορφωθεί. Οι Εστιάδες Αιμιλία, Λικίνια και Ματρία εκτελέστηκαν μετά από καταγγελία του υπηρέτη ενός βάρβαρου ιππέα. Λίγες Εστιάδες Παρθένες απαλλάχθηκαν από τις κατηγορίες. Κάποιες καθάρισαν το όνομά τους μέσα από σκληρές δοκιμασίες. (Γουίλιαμ Σμιθ, «A Dictionary of Greek and Roman Antiquities», John Murray, London 1875). Ο εραστής μιας ένοχης Εστιάδας μαστιγώθηκε μέχρι θανάτου στο Forum Boarium ή στο Comitium (Howatson M. C., «Oxford Companion to Classical Literature», Oxford University Press, 1989).
Οι πρωτεύουσες τελετές προς τιμή της Βέστα ήταν τα Βεστάλια, που εορτάζονταν από τις 7 μέχρι τις 15 Ιουνίου. Μόνο στις 7 Ιουλίου, το σκευοφυλάκιο της θεάς όπου έμπαιναν συνήθως μόνο οι ιέρειες, ήταν προσβάσιμο στις μητέρες οικογενειών που έφερναν πιάτα με φαγητό. Στις απλές τελετές ιερουργούσαν οι Εστιάδες, οι οποίες μάζευαν σιτηρά και έφτιαχναν αλμυρά κέικ για τη γιορτή. Αυτή ήταν η μοναδική φορά που έφτιαχναν τη mola salsa, καθώς ήταν η ιερότερη ημέρα για την Βέστα και έπρεπε να φτιαχτεί σωστά και τέλεια επειδή χρησιμοποιούταν σε όλες τις δημόσιες θυσίες. Τα κύρια κομμάτια του ενδύματος μιας Εστιάδας ήταν μια infula, ένα suffibulum και μια palla. Infula ονομαζόταν μια μακριά καλύπτρα για το κεφάλι που έπεφτε στους ώμους. Συνήθως από κάτω υπήρχαν κόκκινες και λευκές μάλλινες κορδέλες. Το suffibulum ήταν μια πόρπη που συγκρατούσε την palla. H palla ήταν ένας απλός μανδύας καρφιτσωμένος με την πόρπη στον αριστερό ώμο.
Μετά από τις δύο αναγκαίες εκτενείς αναφορές στον Ύπατο Ποντίφικα και τις Εστιάδες Παρθένες, είναι πια καιρός να συνεχίσουμε το θέμα μας.
Συνηθισμένη ήταν η μαντεία στο πλαίσιο της αστικής λατρείας, με τη βοήθεια δημόσιων «οιωνοσκόπων» οι οποίοι ερμήνευαν θεϊκές ενδείξεις (παρόμοια με τα ελληνικά μαντεία), αλλά και η μαγεία, υπό την έννοια της τελετουργικής χειραγώγησης θεϊκών δυνάμεων με στόχο την πρόκληση βλάβης. Ωστόσο η μαγεία, όντας καταδικαστέα και ποινικά κολάσιμη, εξασκούνταν μόνο σε ιδιωτικό και οικογενειακό πλαίσιο. Αξίζει να σημειωθεί η μεγάλη συνάφεια με την ελληνική αστική λατρεία και σε άλλα θέματα όπως πχ η εύκολη απόδοση ημιθεϊκού status σε διάσημους ήρωες (αν και στη Ρώμη συνήθως απαιτούνταν έγκριση της Συγκλήτου για τέτοιες ενέργειες), οι παρόμοιες λατρευτικές τελετές, η επικαλυπτόμενη μυθολογία (μεγάλο τμήμα της οποίας ήταν δανεικό από την ελληνική, είτε άμεσα από τις αποικίες της νότιας Ιταλίας είτε έμμεσα από τους επηρεασμένους από τους Έλληνες Ετρούσκους), η προσκόλληση της θρησκείας στην ιδέα της τήρησης της παράδοσης κλπ.
Η Εξέλιξη
Η εδαφική επέκταση εις βάρος των πιο ανεπτυγμένων πολιτιστικά και οικονομικά Ελλήνων οδηγεί στην παρακμή των παραδοσιακών ρωμαϊκών θεσμών και αξιών. Οι Ρωμαίοι γοητεύονται από καθετί ελληνικό και η καθολική αποδοχή ελληνικών συνηθειών, θεσμών, τέχνης, φιλοσοφίας και δοξασιών κατά το 2οπ.Χ. αιώνα συνθέτει τον λεγόμενο ελληνορωμαϊκό πολιτισμό, ο οποίος γρήγορα αντικαθιστά τον «αγνό» ρωμαϊκό που, έτσι κι αλλιώς, κατά καιρούς, είχε δεχθεί ισχυρές ελληνικές επιρροές. Χαρακτηριστική είναι η πλήρης υιοθέτηση τόσο των ελληνιστικών μυστηριακών λατρειών όσο και της τυπολατρικής αστικής ελληνικής θρησκείας, με μια απλή ταύτιση των ανάλογων θεοτήτων. Ορισμένες βέβαια από τις τελευταίες παρέμειναν διακριτές και συνέχισαν να λατρεύονται ξεχωριστά, είτε επειδή δεν είχαν κανένα ελληνικό ανάλογο (πχ ο διπρόσωπος Ιανός, η μία όψη του οποίου ήταν πολεμική και η άλλη ειρηνική), είτε λόγω των διαφορετικών ιδιοτήτων τους (πχ ο ρωμαϊκός Άρης ήταν επιπλέον θεός της βλάστησης και της γονιμότητας σε σχέση με τον επίφοβο ελληνικό θεό του πολέμου, ενώ η ρωμαϊκή Εστία θεωρούνταν πολύ σπουδαιότερη θεότητα από το ελληνικό αντίστοιχό της). Ωστόσο, συνολικά, οι έτσι κι αλλιώς παρεμφερείς αστικές λατρείες της Ελλάδας και της Ιταλίας συγχωνεύονται και εμπλουτίζουν η μία την άλλη, τόσο μυθολογικά όσο και τελετουργικά, παρά τις τοπικιστικές διαφορές από πόλη σε πόλη. Ιδιαίτερης αναφοράς χρήζουν τα Βακχικά Μυστήρια τα οποία μεταφέρονται στην Ιταλία περί το 200π.Χ. και επανέρχονται σε μια πρότερη, πιο μυστικοπαθή, πιο κτηνώδη αλλά και πιο εξισωτική μορφή τους, με αποτέλεσμα να γίνουν ευρέως αποδεκτά από τις καταπιεσμένες κοινωνικές ομάδες (γυναίκες, δούλοι κλπ) και να τρομοκρατήσουν τους πατρικίους που τα έβλεπαν ως δημόσιο κίνδυνο και απειλή κατά του κράτους.
Αυτή την εποχή η επιρροή της εκλεπτυσμένης και ακριβούς ελληνικής γλώσσας, όπου αναπτύχθηκαν ξη φιλοσοφία και η λογοτεχνία, είναι καταλυτική. Η ελίτ της Ιταλίας μιλά εξίσου καλά λατινικά και ελληνικά, ενώ δεκάδες Έλληνες διδάσκαλοι φιλοσοφίας και ρητορικής έρχονται στη Ρώμη κάθε χρόνο να διδάξουν την πλούσια παιδεία της Ανατολής. Όπως συνέβη κατά την κλασική εποχή στην Ελλάδα, έτσι και τώρα στη Ρώμη η κρατική αστική λατρεία αρχίζει πλέον να υπομνηματίζεται και να ερμηνεύεται προαιρετικά με πολυάριθμους, συχνά ασύμβατους τρόπους από διάφορες ελληνικές φιλοσοφικές σχολές, οι οποίες, από κοινού με τις ποικίλες μυστηριακές λατρείες επιχειρούν να της προσδώσουν μεταφυσικό και ηθικό περιεχόμενο και να τη μετατρέψουν σε δημόσιο και συλλογικό συμπλήρωμα μιας ιδιωτικής, μυσταγωγικής και σωτηριολογικής πρακτικής. Επιπλέον, ο τυπικός διανοητικός και θρησκευτικός συγκρητισμός της ελληνιστικής εποχής, εμφυτεύεται με μεγάλη επιτυχία στην καρδιά του ρωμαϊκού κόσμου. Κατά τον 2οπΧ αιώνα εκατοντάδες ξενικές θεότητες συμπληρώνουν στην ίδια τη Ρώμη την αστική ελληνορωμαϊκή λατρεία, με την ανοχή, αν όχι με την ενθάρρυνση, του κράτους.
Η εποχή του Αυγούστου
Στα τέλη του 1ουπΧ αιώνα, η επίσημη πλέον κρατική λατρεία της Ρώμης είχε από καιρό συγχωνευτεί στο γενικό της μυθολογικό και τελετουργικό περίγραμμα με τις ελληνικές αστικές λατρείες της Ανατολής και είχε εξαπλωθεί απ’ άκρο σε άκρο της Αυτοκρατορίας. Αλλά με τον ίδιο τρόπο που κάθε πόλη διατηρούσε την ιδιαίτερη θρησκευτική παράδοσή της ως υπενθύμιση της αλλοτινής, διακριτής κρατικής υπόστασής της, έτσι και η ίδια η πόλη της Ρώμης, κέντρο της αυτοκρατορικής διακυβέρνησης, διακρίνονταν από ιδιαίτερες τοπικιστικές πρακτικές, οι οποίες δεν διαδόθηκαν ποτέ έξω από το Λάτιο (πχ. οι Εστιάδες, ορισμένες αργίες και αγώνες, η οιωνοσκοπία κλπ). Ο Οκταβιανός προκειμένου να αντιμετωπίσει αυτή τη βαθύτατη πολυδιάσταση πίσω από την επιφανειακή ελληνορωμαϊκή ομοιογένεια, ώστε να ενισχύσει την ενότητα του αχανούς κράτους του, υποστήριξε προϋπάρχουσες τάσεις και το 27πΧ του απονεμήθηκε από τη Σύγκλητο ο τίτλος του «Αυγούστου (Σεβαστού», ο οποίος του αναγνώριζε ιερές ιδιότητες ενώ, παράλληλα, διατάχθηκε η θεοποίηση του Ιουλίου Καίσαρα με δικούς του ιερείς και ναούς. Έτσι ξεκινά άτυπα η μεταθανάτια λατρεία του εκάστοτε αυτοκράτορα, μια συμπληρωματική λατρεία που εξυπηρετούσε πολιτικούς σκοπούς ενοποίησης και ομοιογένειας σε όλη την έκταση του ρωμαϊκού κράτους. Βεβαίως, ο έμφυτος παραλογισμός της θεοποίησης ενός ανθρώπου με απλό κρατικό διάταγμα δεν επέτρεψε στην Ιταλία την εξάπλωση αυτής της πρακτικής και στο πρόσωπο του τρέχοντος Αυτοκράτορα. Ωστόσο στην Ανατολή έγινε δεκτή με ενθουσιασμό η λατρεία, ακόμη και του ίδιου του Οκταβιανού ως συνέχεια της λατρείας των ελληνιστικών μοναρχών.
Ο Αύγουστος δεν σταμάτησε εκεί και επιχείρησε να συγκεντρώσει όλα τα σπουδαία ιερατικά αξιώματα στο πρόσωπό του ώστε να γίνει η υπέρτατη αυθεντία της επίσημης κρατικής λατρείας. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά το θάνατο του Λέπιδου, το 12πΧ, ο Οκταβιανός έλαβε ισοβίως τη θέση του Μέγιστου Αρχιερέα, ένα αξίωμα οι αρμοδιότητες του οποίου γρήγορα πολλαπλασιάστηκαν. Ακόμα και ρωμαϊκές θρησκευτικές παραδόσεις αιώνων, ο Αύγουστος επιχείρησε να τις στρέψει άμεσα σε απότιση φόρου τιμής στον αυτοκρατορικό οίκο. Για τους επόμενους δύο αιώνες πάντως, η αυτοκρατορική λατρεία θα είναι ένα όλο και σπουδαιότερο κομμάτι της θρησκευτικής πρακτικής στο εσωτερικό του κράτους. Μετά θάνατον θεοποιήθηκαν οι Αυτοκράτορες Αύγουστος, Κλαύδιος, Βεσπασιανός και Τίτος, ενώ μετά τη βασιλεία του Μάρκου Κοκκήιου Νέρβα (Marcus Cocceius Nerva, 96-98), πολύ λίγοι μονάρχες «απέτυχαν» να λάβουν την τιμητική αυτή διάκριση. Ακόμη κι αν το αρχαίο λατρευτικό τυπικό δεν είχε μεγάλη σχέση με την ατομική ηθική, καθώς δεν ήταν παρά μια σχέση αλληλεξάρτησης με αόρατες δυνάμεις, στις οποίες οι άνθρωποι τελούσαν τις απαραίτητες λειτουργίες και ως αντάλλαγμα ανταμείβονταν με την προσωπική τους ασφάλεια, εντούτοις προάσπιζε την ευσέβεια και τη θρησκευτική πειθαρχία. Αυτός κυρίως ήταν ο λόγος για τον οποίο χρησιμοποίησε τη θρησκεία ο Αύγουστος ως ασπίδα προστασίας ενάντια στην εσωτερική φθορά της ρωμαϊκής κοινωνίας. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του κυριάρχησε ο μύθος της ίδρυσης της Ρώμης από τον τρωικό ήρωα Αινεία, εξαιτίας της δημοσίευσης της Αινειάδας του Βιργίλιου.
Οι διακρίσεις ανάμεσα στη φιλοσοφία, τη θρησκεία, τη λατρεία και τη δεισιδαιμονία, προϊόν της φιλοσοφικής σκέψης μορφωμένων ανθρώπων στη Ρώμη, όπως ο Λουκρήτιος (De rerum natura) και άλλων Στωικών κυρίως φιλοσόφων, επέδρασαν συστηματικά και καταλυτικά στην διαμόρφωση της σκέψης των νέων γενεών και συνεισέφεραν στην παρακμή της παλαιάς θρησκείας. Η μετάγγιση των ανθρωπομορφικών ιδιοτήτων των ελληνικών θεών στους ρωμαϊκούς και η επικράτηση της ελληνικής φιλοσοφίας μεταξύ των μορφωμένων Ρωμαίων –συρμός εκείνη την εποχή– είχε ως αποτέλεσμα μια αυξανόμενη αδιαφορία για τα αρχαία τελετουργικά. Ήδη από τον 1οπΧ αιώνα η θρησκευτική σημασία των αρχαίων ιερατικών αξιωμάτων παρήκμασε γοργά, αν και έμεινε ζωντανή η πολιτική σημασία τους. Αρκετοί πατρίκιοι που καλούνταν να εκτελέσουν τα δημόσια καθήκοντά τους, δεν πίστευαν στις αρχαίες τελετουργίες εκτός ίσως από πολιτική αναγκαιότητα. Παρόλα αυτά οι θέσεις του Pontifix Maximus και του Augur παρέμειναν ζωντανές ως πολιτικές θέσεις. Ο Ιούλιος Καίσαρας χρησιμοποίησε την εκλογή του στη θέση του Μέγιστου Αρχιερέα για να επηρεάσει τα μέλη των ιερατικών κοινοτήτων. Με την παρακμή της αυτόχθονας θρησκείας ο αμόρφωτος λαός στράφηκε βαθμιαία στις ξενόφερτες τελετουργίες που ασκούσαν στρατιώτες και έμποροι στα κοσμοπολίτικα κέντρα.
Στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία πολλές διαφορετικής καταγωγής θρησκείες έγιναν δημοφιλείς και διαδόθηκαν ευρέως, σε ένα κλίμα σχετικής ανεξιθρησκίας και συγκρητισμού. Ανάμεσά τους διακρίνεται η λατρεία της Ίσιδος και ο περσικής καταγωγής Μιθραϊσμός. Οι περισσότερες από αυτές τις θρησκείες είχαν μυστηριακό χαρακτήρα και όπως οι ελληνιστικές φιλοσοφικές σχολές ή, μετά τον τρίτο αιώνα, ο νεοπλατωνισμός, συμπλήρωναν ή προαιρετικά αντικαθιστούσαν την αστική ελληνορωμαϊκή λατρεία. Κατά καιρούς, ωστόσο, με στόχο τη διατήρηση της δημόσιας τάξης ή για πολιτικούς λόγους, το ρωμαϊκό κράτος επέβαλλε κυρώσεις ή εξαπέλυε παροδικούς διωγμούς κατά πολλών τέτοιων λατρειών. Ανάμεσα σε αυτούς, που κατά περιόδους υπέφεραν, ήταν οι ιουδαϊστές και οι χριστιανοί με παροδικές, γενικές ή τοπικές διώξεις εναντίον τους από την εποχή του Νέρωνα (Γλαβίνος Απόστολος, «Οι Διωγμοί κατά της Εκκλησίας στην προ Κωνσταντίνεια Εποχή», εκδ. Τέρτιος, Κατερίνη 1992,σελ.27 κ.ε) μέχρι τον Δέκιο (ενθ.αν.σελ. 161) και τον Διοκλητιανό (ενθ.αν.σελ.213κ.ε.), η νέα θρησκεία των οποίων άρχισε να κερδίζει γρήγορα έδαφος στη Ρωμανία μετά τον 2ο αιώνα, εις βάρος των περισσότερων μυστηριακών λατρειών και της αστικής λατρείας.
Ο ελληνορωμαϊκός κόσμος, για να παράσχει ανεξιθρησκία, απαιτούσε ως υποχρεωτική τη λατρεία του θεοποιημένου αυτοκράτορα, η οποία λειτουργούσε ως όρκος πίστης κράτος. Η λατρεία αυτή ήταν μεν αποδεκτή από τις άλλες μυστηριακές θρησκείες (De Ste.Croix, G.E.M. «Ο Χριστιανισμός στη Ρώμη, Διωγμοί, Αιρέσεις και Ήθη», ΜΙΕΤ, Αθήνα 2005, σελ. 26), συναντούσε όμως οξείες αντιδράσεις από πλευράς των αυστηρά μονοθεϊστών και μη συγκρητιστών χριστιανών και ιουδαϊστών (Ελλάς, ενθ.αν.σελ.420Γ). Ήδη από την εποχή των Αντωνίνων, σε μια περίοδο υλικής και πνευματικής ανασφάλειας, οι χριστιανοί (Dodds R.E. «Εθνικοί και Χριστιανοί σε μια Εποχή Αγωνίας», Αλεξάνδρεια 1995,σελ.203-11) και άλλα διανοητικά ή θρησκευτικά ρεύματα συντελούν στην περαιτέρω παρακμή της αστικής ελληνορωμαϊκής λατρείας. Άλλωστε, κατά τα τέλη του 2ου και 3ου αιώνα, οι χριστιανοί είχαν γίνει υπολογίσιμη δύναμη στο ρωμαϊκό χώρο (Peter Brown, «Η Δημιουργία της Ύστερης Αρχαιότητας», εκδ. Εστία 2001, σελ103).
Η εποχή της παρακμής
Ο 3ος αιώνας ήταν μια περίοδος μεγάλης υποχώρησης της αστικής λατρείας προς όφελος του χριστιανισμού, του νεοπλατωνισμού, του Μιθραϊσμού, του Μανιχαϊσμού και ορισμένων άλλων θρησκειών και διανοητικών ρευμάτων. Κατά τον 4ο αιώνα, ο χριστιανισμός αναγνωρίστηκε οριστικά ως religio littica (νόμιμη θρησκεία) στη Ρωμανία από τον Κωνσταντίνο Α’, που κυβέρνησε ως μονοκράτορας από το 324 έως το 337, ενώ οι άλλες λατρείες άρχισαν να υποχωρούν απέναντί του καθώς η χριστιανική Εκκλησία ευνοήθηκα από το κράτος σε κλίμα ανεξιθρησκίας. Ο αυτοκράτορας Ιουλιανός προσπάθησε να αναζωογονήσει και να ενισχύσει στο σύντομο διάστημα της βασιλείας του (361-363) την αστική ελληνορωμαϊκή λατρεία, με επίκεντρό της πλέον τον νεοπλατωνισμό, σε μια τελευταία επίσημη απόπειρα επαναφοράς της, μια απόπειρα όμως που οι περισσότεροι ιστορικοί κρίνουν ως «καταδικασμένη σε αποτυχία» (Ostrogorsky, «Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους», εκδ. Ιστορικές Εκδόσεις Στ.Δ.Βασιλόπουλος, Αθήνα 2002, σελ.110). Άλλοι αυτοκράτορες της δυναστείας εξέδωσαν διατάγματα κατά των εθνικών, χωρίς ωστόσο να καταργήσουν την ανεξιθρησκία. Τελικά, μετά από μια περίοδο πολιτικής και θρησκευτικής αστάθειας στη διαιρεμένη Αυτοκρατορία, η οποία ακολούθησε το θάνατο του Βαλεντιανού Α’, ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος Α’ απαγόρευσε την αστική ελληνορωμαϊκή λατρεία και έτσι ουσιαστικά κήρυξε τον χριστιανισμό επίσημη θρησκεία της Ρωμανίας. Ύστερα από έναν εμφύλιο πόλεμο, ο οποίος εκδηλώθηκε ως σύρραξη μεταξύ του παγανιστή Αρβογάστη και του νικητή χριστιανού Θεοδόσιου, το επίσημο τέλος της ρωμαϊκής θρησκείας ήταν γεγονός. Ένα «ανεπίσημο» ημι-παγανιστικό κλίμα διατηρήθηκε στην ιταλική συγκλητική και επισκοπική αριστοκρατία ως τα τέλη του 6ου αιώνα. (βλ. «Ο Κόσμος της Ύστερης Αρχαιότητας», Peter Brown, Αλεξάνδρεια 1998).
Οι θρησκευτικές γιορτές
Το ρωμαϊκό θρησκευτικό ημερολόγιο αντανακλούσε το γεγονός της φιλόξενης στάσης των Ρωμαίων στις λατρείες και τις θεότητες των κατακτημένων περιοχών. Οι ρωμαϊκές θρησκευτικές γιορτές της αρχαϊκής περιόδου είναι λίγες στον αριθμό. Ορισμένες από τις αρχαιότερες, όμως, επιβίωσαν ως το τέλος της παγανιστικής αυτοκρατορίας διατηρώντας τις μνήμες των τελετουργικών τυπικών της γονιμότητας και του εξιλασμού ενός πρωτόγονου αγροτικού λαού. Νέες γιορτές εισήχθησαν, βέβαια, οι οποίες υποδείκνυαν την ενσωμάτωση των νέων θεοτήτων. Εν τέλει ήταν τόσο πολλές οι γιορτές που υιοθετήθηκαν, ώστε υποσκέλισαν τις ημέρες του ημερολογίου. Ανάμεσα στις θρησκευτικές γιορτές των Ρωμαίων, σημαντικότερες ήταν τα Σατουρνάλια, τα Λουπερκάλια, τα Εκουΐρια και οι Αγώνες του Αιώνα.
Στην αυτοκρατορική περίοδο, τα Σατουρνάλια γιορτάζονταν επί επτά ημέρες, από τις 17 έως τις 23 Δεκεμβρίου, στην περίοδο δηλαδή κατά την οποία συνέβαινε το χειμερινό ηλιοστάσιο. Οι εργασίες σταματούσαν, δινόταν προσωρινή ελευθερία στους σκλάβους, δώρα ανταλλάσσονταν και γενικά επικρατούσε χαρά. Τα Σατουρνάλια ήταν γιορτή των Ρωμαίων αφιερωμένη στο θεό Σατούρνους, ο οποίος αντιστοιχεί στον ελληνικό θεό Κρόνο. Πραγματοποιούνταν κατά τους χειμερινούς μήνες, στην περίοδο του χειμερινού ηλιοστασίου, συνήθως στις 17 Δεκεμβρίου, αλλά αργότερα η γιορτή κρατούσε έως και μια εβδομάδα, μέχρι τις 23 Δεκεμβρίου. Ήταν μεγάλη και σημαντική γιορτή για τους Ρωμαίους, οι οποίοι τα ταύτιζαν με τα αρχαία Κρόνια. Εκτός από τις τυπικές θυσίες, η γιορτή περιλάμβανε δημόσια αργία καθώς και διάφορα έθιμα, όπως την ανταλλαγή μικρών δώρων ή υπαίθριες αγορές. Επιτρεπόταν τα τυχερά παιχνίδια ακόμα και για τους δούλους. Επίσημα ενδύματα δεν φοριούνταν, ενώ οι δούλοι δεν μπορούσαν να τιμωρηθούν κι αντιμετώπιζαν με χλευασμό τους κυρίους τους. Γενικότερα οι ρόλοι αντιστρέφονταν ανάμεσα σε δούλους και ιδιοκτήτες, κάτι που οδηγούσε σε ξέφρενο γλέντι, άφθονη οινοποσία και ακολασίες. Γι’ αυτό το λόγο, με την έλευση του χριστιανισμού, η λέξη «σατουρνάλια» ήταν ταυτόσημη με τα «όργια».
Τα Λουπερκάλια ήταν αρχαία γιορτή αφιερωμένη αρχικά στον Λούπερκους (Lupercus), βουκολικό θεό των Ιταλών. Ανάμεσα στους ρωμαϊκούς μύθους που συνδέονται μαζί τους είναι εκείνος του Φαυστούλου (Faustulus), ενός βοσκού που υποτίθεται ότι ανακάλυψε τα δίδυμα στη φωλιά της λύκαινας και τα πήρε σπίτι του, στη σύζυγό του Άκκα Λαρεντία. Τα Λουπερκάλια ήταν μια από τις παλαιότερες ρωμαϊκές γιορτές που τελούνταν κάθε χρόνο προς τιμή του πρώιμου θεού της γονιμότητας στη ρωμαϊκή μυθολογία. Γιορτάζονταν σε πολλές πόλεις της Ιταλίας και της Γαλατίας. Αναφέρεται ότι επρόκειτο αρχικά για ποιμενική γιορτή (Πλούταρχος, Καίσαρ, κεφ. 61) καθώς ο Λούπερκους ήταν προστάτης των βοσκών και συνδεόταν με το θηλασμό και την ανατροφή του Ρωμύλου από τη Λύκαινα. Οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς, μάλιστα, και οι συνεχιστές τους θεωρούσαν τη γιορτή αφιερωμένη στο θεό Πάνα, ενώ ως πρώτο εισηγητή της τον Αρκάδα Εύανδρο (Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, Ρωμαϊκή Αρχαιολογία, βιβλ.1, κεφ.80), στην προσπάθειά τους να ταυτίσουν ρωμαϊκές θεότητες με αντίστοιχες ελληνικές. Ο εορτασμός τελούνταν στις 15 Φεβρουαρίου από τους Λουπέρκους, ιερατικό σωματείο, στο Λουπερκάλιο σπήλαιο, στον Λόφο του Παλατίνου, όπου οι μυθικοί ιδρυτές της Ρώμης, οι δίδυμοι Ρωμύλος και Ρώμος ανατράφηκαν από μια λύκαινα. Στο ιερό θυσιάζονταν κριάρια και κατσίκια. Ένας από τους ιερείς βύθιζε ένα σπαθί στο αίμα των θυσιασμένων ζώων και το ακουμπούσε στο κεφάλι δύο ευγενών νέων, οι οποίοι μετά ξεσπούσαν σε γέλια, συμβολίζοντας έτσι τον εξαγνισμό των βοσκών. Μετά τη θυσία, οργανωνόταν κοινή συνεστίαση μεταξύ των Λουπέρκων, όπου έρεε άφθονος οίνος.
Lupercalium enim mos a Romulo et Remo inchoatus est tunc…facto sacrificio caesisque capris epularum hilaritate ac vino largiore provecti….
(Valerius Maximus, Factorum et Dictorum Memorabiliumn, Liber II, 2,9)
Έπειτα έπαιρναν τα δέρματα των ζώων που είχαν θυσιαστεί, τα φορούσαν ως ενδύματα που κάλυπταν το μισό τους σώμα και έτρεχαν ημίγυμνοι στην πόλη κρατώντας λουριά από το δέρμα των θυσιασμένων ζώων και χτυπούσαν στα χέρια όσους κατοίκους συναντούσαν, ιδίως γυναίκες, καθώς πίστευαν ότι ευνοούνταν στη γονιμότητα και στην ευτοκία (Πλούταρχος, Καίσαρ, κεφ.61). Κύριοι άξονες της γιορτής, λοιπόν, ήταν η γονιμότητα και ο εξαγνισμός, februare στα λατινικά, εξ ου και το όνομα του μήνα κατά τον οποίο γινόταν η γιορτή (Φεβρουάριος). Τα Λουπερκάλια έχασαν τον αρχικό ποιμενικό θρησκευτικό τους χαρακτήρα όταν οι Ρωμαίοι δεν αποτελούσαν πλέον μια φυλή βοσκών. Ωστόσο η γιορτή συνεχίστηκε εις ανάμνηση των ιδρυτών της πόλης και αποτελούσε καθαρά λαϊκή διασκέδαση, που ικανοποιούσε και τα δεισιδαιμονικά ένστικτα των πιστών της. Ο ίδιος ο ύπατος Μάρκος Αντώνιος ήταν ένας από τους Λούπερκους και τριγύριζε ημίγυμνος στην πόλη με ένα στεφάνι στα μαλλιά, απευθυνόμενος στους πολίτες στη Ρωμαϊκή Αγορά (Πλούταρχος, Καίσαρ, κεφ.61). Για κάποιο χρονικό διάστημα η γιορτή ξεχάστηκε, μέχρι την επαναφορά της από τον Αύγουστο, ο οποίος όμως λόγω ακροτήτων που είχαν συμβεί στο παρελθόν κατά τη γιορτή, απαγόρευσε τη συμμετοχή των εφήβων σε αυτήν και διέταξε τη συνοδεία της πομπής των Λουπέρκων από σώμα ιππέων.
Τα Εκουΐρια, μια γιορτή προς τιμήν του Άρη, γιορτάζονταν στις 27 Φεβρουαρίου και στις 14 Μαρτίου, την εποχή δηλαδή που προετοιμάζονταν οι νέες εκστρατείες. Εν όψει του εορτασμού, ιππικοί αγώνες τελούνταν στο Campus Martius. Οι Αγώνες του Αιώνα (Ludi Saeculares), που περιλάμβαναν θεάματα και θυσίες, γίνονταν σε ακανόνιστα διαστήματα, εκτός ημερολογιακής ακολουθίας. Παραδοσιακά, η τέλεσή τους γινόταν μια φορά κάθε τέλος του αιώνα (saeculum), για να σημειώσουν την έναρξη μια νέας εποχής. Υποτίθεται ότι άρχιζαν όταν πέθαινε και ο τελευταίος από εκείνους που παρευρίσκονταν στους προηγούμενους αγώνες. Ωστόσο η παράδοση αγνοείτο συχνά, απ’ ό,τι φαίνεται, με γνωστό παράδειγμα την αναβίωσή τους ως θέαμα από τον Αύγουστο. Οι Αγώνες τιμήθηκαν με μια σειρά ωδές από τον ποιητή Οράτιο.
Επίλογος
Από όσα είδαμε πιο πάνω, γίνεται φανερό ότι η αρχαία ρωμαϊκή θρησκεία ήταν ένα πολιτισμικό δημιούργημα των Ρωμαίων, που δέχθηκε επιδράσεις και από άλλες θρησκείες, όπως πχ από την αρχαία ελληνική, τις οποίες αφομοίωσε και προσάρμοσε στη δική του πολιτισμική πραγματικότητα. Το τέλος της ρωμαϊκής θρησκείας δεν επήλθε λόγων παύσης της ύπαρξης πιστών προς αυτήν, αλλά λόγω πολιτικής απόφασης του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Μεγάλου. Αυτό το νομικίστικο τέλος της ρωμαϊκής θρησκείας είχε σαν αποτέλεσμα το πέρασμά της στην αθανασία μέσω των λαϊκών δοξασιών από τη μια μεριά, των ηθών και των εθίμων του σημερινού ιταλικού λαού, αλλά της αδούλωτης «θύραθεν» διανόησης που δεν προσκύνησε την «εμβάδα του Πάπα», ούτε θαμπώθηκε από τη γοητεία του ραβίνου Γιεχόσουα μπεν Γιοζέφ. Κράτησε ο ιταλικός λαός άσβεστη μέσα στην ψυχή του τη φλόγα της ρωμαϊκής θεάς Εστίας και όταν ήρθε ο καιρός, κατά την Αναγέννηση, με τη βοήθεια των Ελλήνων λογίων, που λόγω της Άλωσης (1453) κατέφυγαν στη Δύση, άναψε ξανά τον πυρσό του ανθρωπισμού και τον μεταλαμπάδευσε στην Ευρώπη, διαλύοντας τα σκοτάδια του Μεσαίωνα. Έτσι, για άλλη μια φορά μαζί Έλληνες και Ιταλοί πορεύονται το νέο δρόμο που είναι ακόμα άγνωστο το όνομά του.