ΔΙΟΝΥΣΟΣ ΔΕΝΔΡΙΤΗΣ

 

«Τον Διόνυσο προσκαλώ, τον θορυβώδη που φωνάζει ευά! Τον πρωτογενή που έχει δύο φύσεις και γεννήθηκε τρεις φορές. Τον Βακχικό βασιλιά, που ζει στους αγρούς, τον ανέκφραστο, τον απόκρυφο που έχει δύο κέρατα και δύο μορφές, τον γεμάτο από κισσό, που έχει πρόσωπο ταύρου, τον βακχικό, τον αγνό, τον τριετή που τρέφει τα σταφύλια και έχει για πέπλο βλαστάρια…… Αθάνατε θεέ, άκουσε μακάριε τη φωνή μου και σπεύσε με γλυκύτητα και με προσήνεια, έχοντας ευμενή διάθεση μαζί με τις καλλίζωνες συντρόφους σου».
(Ορφέως, «Διονύσου  θυμίαμα»)

Η μέθη είναι η ουσία του θεού Διόνυσου, ένα στοιχείο που τον ξεχωρίζει από τους άλλους θεούς. Οπωσδήποτε όμως η δημιουργία του δεν εξαντλείται μόνο σε αυτό το στοιχείο αλλά σχετίζεται και με κάποιους άλλους πρωτόγονους παράγοντες, κοινούς και σε θεούς άλλων λαών Στο διαφωτιστικό και διδακτικό παραλληλισμό που επιχειρεί μεταξύ του Όσιρη και του Διόνυσου, ο Πλούταρχος βλέπει ότι όπως και θεοί πολλών άλλων λαών, ο Διόνυσος είναι θεός που κατά μια έννοια ενσαρκώνει τη ζωή της φύσης που έρχεται και φεύγει με τις εποχές, που πεθαίνει και ξαναγεννιέται με τους καρπούς της γης. Σε ένα απόσπασμα του γεμάτο διορατικότητα παρατηρεί ότι:
«Οι Φρύγες πιστεύουν ότι ο θεός κοιμάται το χειμώνα και ξυπνά το καλοκαίρι. Στη μια εποχή γιορτάζουν με βακχικές τελετές την  κοίμησή του, και στην άλλη την ανάστασή του. Και οι Παφλαγόνες πιστεύουν ότι το χειμώνα είναι φυλακισμένος και αποκλεισμένος ενώ την άνοιξη εξανίσταται και ελευθερώνεται».

Το ότι ο Διόνυσος ήταν θεός της ορμής της ζωής στη φύση, όχι μόνο το είχε αντιληφθεί ο φιλόσοφος αλλά το μαρτυρούσε και η λατρεία. Αυτό διακρίνεται πολύ καθαρά σε δύο δημοφιλείς όψεις της λατρείας του θεού Διόνυσου, τη λατρεία του ως «δενδρίτης» και τη λατρεία του ως «ταύρος». Ο Διόνυσος είναι θεός του Δένδρου, Δενδρίτης, ένας φυτικός θεός κατά μια ευρύτερη έννοια. Είναι θεός της αμπέλου, είναι θεός της συκιάς, Συκίτης. Είναι θεός του κισσού, Κισσός, είναι Άνθιος, θεός των ανθισμένων φυτών, είναι Φυτάλμιος, θεός της ανάπτυξης. Κατά αυτή την έννοια ελάχιστα διαφέρει από ορισμένες μορφές του νεαρού θεού της Πελοποννήσου, του Ερμή. Πιθανόν αυτή η ηπιότερη και ευρύτερη μορφή του θεού να ήταν πάντα αποδεκτή στη νότια Ελλάδα, διευκολύνοντας τη σχέση με τον αυτόχθονα Ερμή. Η σχέση τους αυτή σαφώς φανερώνεται από το γεγονός ότι στην τέχνη Ερμής και Διόνυσος εμφανίζονται και λατρεύονται ως ερμαϊκές στήλες. Σύμβολο και των δύο ως θεών της γονιμότητας είναι φυσικά ο φαλλός. Ο νεαρός Διόνυσος, ο ενήλικος Λικνίτης, δεν είναι άλλος από τον Ερμή.

Ο Διόνυσος είναι ο θεός όλων των αναπτυσσόμενων πραγμάτων, κάθε δένδρου και φυτού και φυσικού προϊόντος, και μόνο αργότερα γίνεται αποκλειστικά θεός της αμπέλου. Οικειοποιείται τον κισσό και το πεύκο και την κερήθρα. Μόνο την ελιά δεν οικειοποιείται ποτέ διότι την είχε ήδη η Αθηνά. Ειδικά ο κισσός ήταν ιερός για εκείνον, και οι Μαινάδες του μασούσαν φύλλα κισσού για να εμπνευστούν όπως η Δελφική Πυθία μασούσε φύλλα δάφνης. Στον κρατήρα από τη συλλογή Campana  στο Λούβρο, ο θεός εμφανίζεται σε μια πρωτόγονη μορφή αλλά οπωσδήποτε ως θεός της αμπέλου. Είναι ένα ξόανο, ένας κίονας παρουσιασμένος ως ερμαϊκή στήλη και μας θυμίζει ότι ο Διόνυσος αποκαλούταν επίσης Περικιόνιος και Περίστυλος.

«Τον Βάκχο τον περίστυλο επικαλούμαι, τον δωρητή του κρασιού, που περιστρεφόμενος προς κάθε κατεύθυνση στα δώματα του Κάδμου, τη γη στήριξε….»
(Ορφέως, Βάκχου Περικιόνιου θυμίαμα)

Η λατρεία του δένδρου ήταν ίσως αύτοχθον στη Θράκη πολύ πριν έλθει η άμπελος. Έχουμε μαρτυρίες ότι διατηρήθηκε εκεί ως τα ρωμαϊκά χρόνια. Μια επιγραφή σε ταφική στήλη που ανακαλύφθηκε στο Εσκί Τζαμί και βρίσκεται στο μουσείο της Θεσσαλονίκης, μας παρέχει μια περίεργη μαρτυρία. Η ταφική  στήλη ήταν στο τάφο μιας ιέρειας του Διονύσου που είχε δύο χαρακτηριστικά βακχικά επίθετα, «θύσα» και «ευεία». Ήταν ιέρεια του θιάσου των «Φερόντων την Αειθαλή Δρυ» (Πρινοφόροι) και τους κληροδοτούσε κτήματα με αμπέλια. Οι όροι του κληροδοτήματος συμπεριλάμβαναν την προσφορά στεφανιού από ρόδα προς τον θεό, και αν δεν εκπληρωνόταν η προσφορά, η περιουσία θα περιερχόταν σε άλλο θίασο, τους «Φέροντες τη Δρυ» (Δρυοφόρους) κάτω από τους ίδιους όρους. Ο θεός του δένδρου ήταν κάτι πολύ απλοϊκό για τον αρχαίο φιλόσοφο που επιζητούσε τον αφηρημένο Διόνυσο, για να τον απογυμνώσει όχι μόνο από τον ανθρωπομορφισμό αλλά και από το ζωομορφισμό και φυτομορφισμό του. Χρησιμοποιούσε ωστόσο το θεό του δένδρου ως σκαλοπάτι για να προσεγγίσει τη δική του «αρχή της υγρασίας». Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι οι Έλληνες θεωρούσαν τον Διόνυσο όχι μόνο ως κύριο και επινοητή του κρασιού, αλλά και όλης της φύσης της υγρασίας. Στο έργο του «Συμποσιακά» αναφέρει ένα απόσπασμα του Πίνδαρου που λέει:
«Των δένδρων το νόμο αυξάνει ο χαρωπός Διόνυσος,
το αγνό φέγγος της αυγής που συλλέγονται οι καρποί»

Ο Πίνδαρος βέβαια δεν αποτελεί μαρτυρία για την Αρχή της Υγρασίας. Ούτε οι ποιητές ούτε οι πρωτόγονοι χρησιμοποιούν τέτοια φιλοσοφική διάλεκτο, αλλά ανά τον κόσμο ο πρωτόγονος – και τότε και τώρα ακόμη – καλωσορίζει την έλευση και θρηνεί την αποχώρηση εκείνου που κάνει τα δένδρα και τα φυτά να αναπτύσσονται, και τα ζώα και τον άνθρωπο να αναπαράγονται. Αργότερα, αν και πολύ λίγο γνωρίζουν τι ακριβώς είναι αυτό το κάτι ή ο κάποιος, θα το αποκαλέσουν «Αρχή της Υγρασίας», ή αν είναι ποιητές, θα το ονομάσουν Αγάπη ή Ζωή. Η αρχή αυτή ήταν διαδεδομένη ανάμεσα στους θεολόγους πολύ πριν τον Πλούταρχο. Αυτό φαίνεται στους στίχους του Ευριπίδη στις «Βάκχες», όπου υποδηλώνεται η Αρχή της Ξηρότητας ως Δήμητρα και η Αρχή της Υγρασίας ως Διόνυσος.
« Η θεά Δήμητρά μας που είναι η Γη με τη στέρια τροφή της που μας θρέφει…… κι εκείνος που ύστερα ήρθε, της Σεμέλης ο γιος… και των ανθρώπων έδωσε το πιόμα, το υγρό του σταφυλιού του»

 

Αναμφίβολα ο χυμός των δένδρων και των φυτών που είναι ιερά για τον Διόνυσο, βοήθησαν την αφηρημένη έννοια. Γνώριζε όμως ο Πλούταρχος ότι η έννοια σχετίζεται όχι τόσο με τον Δενδρίτη όσο με μια μορφή περισσότερο πρωτόγονη, τον  Ταύρο Διόνυσο; Ως Δενδρίτης και ως Ταύρος, ο Διόνυσος φαίνεται ξεκάθαρα ότι δεν είναι απλώς ένα πνεύμα της μέθης, αλλά μάλλον ένας πρωτόγονος θεός της φύσης που αφέθηκε να καταληφθεί και να διαμορφωθεί από ένα πνεύμα μέθης. Η Δήμητρα και η Κόρη, που επίσης είναι θεές της φύσης, έχουν τις ανόδους και τις καθόδους τους αλλά ως το τέλος παραμένουν νηφάλιες και πειθαρχημένες. Ο Διόνυσος είναι – θα μπορούσαμε να πούμε – το αρσενικό αντίστοιχο της Κόρης, αλλά αλλαγμένο, μεταμορφωμένο από το νέο στοιχείο της μέθης και των αγροτικών οργίων. Η διπλή του φύση εκφράζεται σε ένα από τα προσωνύμιά του, δηλαδή το λατρευτικό επίθετο «Διθύραμβος», και μόνο αν έχουμε κατά νου αυτή τη διπλή φύση του θεού μπορούμε να κατανοήσουμε πλήρως αυτό το δύσκολο επίθετο.

(Πηγή: J. A. Harisson,  «Ο θεός Διόνυσος»)