Αναζητώντας τη Μάνα

Μαίρη Ζωγράφου

Ημέρα μνήμης σήμερα
Σεπτέμβρης και οδύνη.
Στο δρόμο για το μνήμα σου
Βάρυνε η ψυχή μου.
Στο χώμα κύλησε.
Στην αγκαλιά σου δεν μπορώ πια να γείρω
Μήτε χάδι και παρηγοριά να βρω
Από τα χείλη σου λόγια σοφίας δεν θα ξανακούσω
Κρύο μάρμαρο λευκό σκεπάζει τ’ άψυχο κορμί σου
Κι εγώ την ψυχή σου αναζητώ.
Στο νου μου ξάφνου φώλιασαν
Οι λέξεις «Αχέροντας», «Αχερουσία»
Και σαν αρχαία Ελληνίδα μεμιάς
Για το περιλάλητο ποτάμι ξεκινώ.
Είχα ανάγκη την ψυχή σου να καλέσω
Όπως τότε οι πρόγονοί μας στο Νεκρομαντείο.
Η βάρκα διέσχισε αργά τα νερά
Του ποταμού Αχέροντα.
Πυκνόφυτες ο όχθες του, αλλιώτικος ο τόπος.
Σκλήθρα, καλαμιές, ιτιές, νούφαρα και βαμβακιές
Αγκάλιαζαν το ποτάμι.
«Ήμουν στις πύλες του Άδη;»
Ψηλά, απ’ τα κλαριά κρέμονταν αηδονοφωλιές
Και μπλε πεταλούδες πετούσαν στον αέρα.
«Ήταν άραγε ψυχές;»
Σ’ ένα πέρασμα στενό ο βαρκάρης
Στάθηκε και έλαμνε πίσω’
Στο νεκρομαντείο ποτέ δεν έφθασα.
Όμως το ίδιο βράδυ ο θεός Ερμής
Έφερε τη Μάνα στ’ όνειρό μου!
Φορούσε ολόλαμπρο ένδυμα!
Σαν άνοιξα τα μάτια μια σκέψη
Γεννήθηκε στο νου μου.
Είχα δει ένα όνειρο ή μήπως ήταν
Κάποιου Άλλου Κόσμου
Η ολόφωτη πραγματικότητα;