Η ΧΑΡΑΚΤΗΡΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚUENKEL
Μαρίκα Κανδύλη
Μέρος 1ον
Εισαγωγή
Μετά τον Φρόιντ, υπήρξαν πολλοί μελετητές της ψυχολογικής υφής της προσωπικότητας. Χρήσιμο είναι να υπενθυμίσουμε ότι ο Δρ. Fritz Kuenkel ανήκει στη σειρά των γιατρών ψυχολόγων που ξεπρόβαλλαν σε μια επιβλητική συνέχεια των ερευνητών του εσωτερικού κόσμου, ύστερα από την πρώτη εξόρμηση του ιδρυτή της ψυχολογίας βάθους Φρόιντ (Tiebenpsychologie). Από τότε οι συνεχιστές της προσπάθειας αυτής διαιρέθηκαν σε πολλές διακλαδώσεις τέτοιες ώστε τα φιλοσοφικά τους πορίσματα να είναι αρκετά διαφορετικά Όλοι όμως προσφέρουν πολύτιμη συμβολή στη μελέτη της ψυχολογικής υφής της προσωπικότητας.
Η χαρακτηρολογία του Kuenkel είναι μια από τις πιο σύγχρονες προσπάθειες επιστημονικής διάρθρωσης του γίγνεσθαι της εσωτερικής ζωής. Ο τόσο διεισδυτικός αυτός ψυχολόγος επιχειρεί να τοποθετήσει μέσα στον κόσμο της Γνώσης τη δική του χαρακτηρολογία που προσπαθεί να αναπληρώσει ένα πολύ αισθητό κενό στον κόσμο της Επιστήμης. Αν ο ανθρώπινος νους ύψωσε θαυμάσια οικοδομήματα στον κόσμο των άψυχων, και η Φυσική Επιστήμη έστησε τη θαυμάσια πυραμίδα της με τη διάσπαση του ατόμου επάνω στην κορυφή της, τίποτε δεν μπόρεσε να βοηθήσει τον άνθρωπο στη λύση του προβλήματος της χαράς και του πόνου. Όπως λέει κι ο ίδιος:
«Χρειάζεται και κάποια προσπάθεια που ν’ ασχοληθεί με την επιστημονική έρευνα των επειγόντων ζητημάτων της πρακτικής ζωής».
Αν τώρα ζητήσει κανείς μια συμβουλή από την επιστήμη, αυτή τον αφήνει χωρίς απάντηση. Υπάρχουν μονάχα περίτεχνα ψυχολογικά συστήματα, υπάρχει και μια εκτεταμένη κοσμοθεωρητική και εξαιρετικά συστηματική χαρακτηρολογία του Ludwig Kluge. Όμως το ερώτημα πως κανείς θα συμπεριφερθεί προς τους ανθρώπους, πώς κανείς θα υπερνικήσει αυτή ή εκείνη την πρακτική ανάγκη, το ερώτημα αυτό μένει αναπάντητο. Σκοπός λοιπόν του Kuenkel, όπως βλέπουμε, είναι η «εφαρμοσμένη χαρακτηρολογία», η οποία τώρα ακόμη βρίσκεται σε προεπιστημονικό στάδιο. Οι περισσότεροι άνθρωποι σήμερα, οφείλουν τις γνώσεις της χαρακτηρολογίας που κατέχουν, στην πρακτική τους πείρα και στη διαίσθησή τους. Η Φυσική επιστήμη θαμπωμένη από τις ίδιες της τις επιτυχίες, συνεχίζει ακάθεκτη το δρόμο της στην έρευνα της ύλης, κωφεύοντας στις τρομακτικές οιμωγές του ανθρώπινου πόνου που ποτέ ίσως άλλοτε δεν είχε τόσο πλατιά απλωθεί σ’ όλη την ανθρωπότητα. Πρέπει ωστόσο να ομολογήσουμε ότι η πρώτη ουσιαστική βοήθεια φανερώθηκε από τους γιατρούς. Τα ψυχικά ναυάγια που εξόκειλαν κάθε τόσο στο εργαστήριό τους, ώθησαν τον πειραματισμό προς νέους ορίζοντες, και ένα αποφασιστικό βήμα έγινε προς την ανακάλυψη των νόμων του εσωτερικού γίγνεσθαι.
Η ανθρώπινη ζωή είναι γεμάτη ερωτηματικά, γεμάτη δυσκολίες. Κάθε ανθρώπινο ον είναι και μια μοναδική ψυχολογική περίπτωση. Ο ανθρώπινος χαρακτήρας παρουσιάζει από τη μια μεριά, σταθερά καθορισμένα γνωρίσματα, και από την άλλη μεριά βρίσκεται σ’ αέναη εξέλιξη. Ο γιατρός, με την πολύτιμη πείρα του από τόσα και τόσα ναυάγια που γνώρισε, μπορεί να χρησιμεύσει σαν πιλότος και να ρυμουλκήσει πολλά κλυδωνιζόμενα πλοιάρια σε ασφαλέστερες πορείες. Μένει όμως να δούμε κατά πόσον η επιστήμη του και οι γνώσεις του επιδέχονται γενίκευση, κατά πόσον δηλαδή η παθολογία του χαρακτήρα μπορεί να εξελιχθεί σε χαρακτηρολογία. Γι’ αυτό, όταν θελήσει να επιχειρήσει αυτή την εργασία της γενίκευσης των πορισμάτων του είναι μοιραίο να ξεμακρύνει άθελά του προς άλλα πεδία της πνευματικής ζωής, που συνήθως του είναι ξένα. Θ’ αναγκαστεί δηλαδή, θέλοντας και μη, να γίνει λίγο θεολόγος, λίγο φιλόσοφος, λίγο ανθρωπολόγος. Κάτι τέτοιο ακριβώς είναι η χαρακτηρολογική προσπάθεια του Kuenkel. Αλλά ας δούμε τώρα πώς διαμορφώνεται στις κύριες γραμμές της.
1. Υποκείμενο – αντικείμενο
Φυσικό είναι να νομίσουμε ότι πρώτη στη σειρά από τις βασικές έννοιες που χρειάζεται να διευκρινίσουμε, είναι ο όρος χαρακτήρας. Κι όμως όχι! Πολύ ορθά ο Kuenkel επιμένει πολύ πρώτα σ’ έναν άλλο όρο: Στο να διερευνήσει ποιο είναι αυτό που έχει χαρακτήρα, στην έννοια δηλαδή του υποκειμένου που παρουσιάζει τις εξωτερικεύσεις, που μελετώντας εμείς ύστερα, μιλάμε για το χαρακτήρα του τάδε ή του δείνα ατόμου. Αυτό το υποκείμενο, το εγώ, υπογραμμίζει ο Kuenkel, είναι μια έννοια ανύπαρκτη από μόνη της. Δεν υπάρχει υποκείμενο χωρίς περιβάλλον, δηλαδή χωρίς αντικείμενο. Αλλά ας παρακολουθήσουμε καλύτερα απ’ ευθείας το σκεπτικό του:
«Το υποκείμενο της διαλεκτικής χαρακτηρολογίας δεν είναι ίδιο με τη διανοητική υποκειμενικότητα της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας, παρόλο που συνδέεται πολύ στενά με την έννοια της συνείδησης (χωρίς να είναι ταυτόσημη). Με την έννοια υποκείμενο εννοούμε την αρχή της ζωής, την πηγή όλης μας της δράσης εφόσον δεν έχει γίνει μηχανική, το δημιουργικό στοιχείο δηλαδή, που εξωτερικεύεται σε κάθε δημιουργική πράξη και που ποτέ δεν μπορούμε να κάνουμε άμεσο αντικείμενο μιας έρευνας. Είναι ένας μοναδικός δυναμισμός, που πάνω απ’ όλα μέσα στη ζωή – αλλά και μόνον μέσα στη βρίσκεται – εμφανίζεται σαν μια δύναμη, μια ενέργεια. Το παρακάτω απλό παράδειγμα μπορεί ίσως να δώσει κάποια ιδέα αυτής της αντίληψης.
«Τρεις νέγροι σε’ ένα δάσος προσπαθούν να σύρουν ένα κορμό δένδρου προς το χωριό τους. Δεν έχουν όμως αρκετή σωματική δύναμη για να το κατορθώσουν. Δοκιμάζουν λοιπόν να το επιτύχουν με την κατανάλωση ψυχικής ενέργειας. Προσεύχονται, επικαλούνται τα πνεύματα, κάνουν μαγικά σημεία μ’ όλη τους τη δύναμη. Καμιά βοήθεια δεν έρχεται. Η υποκειμενικότητά τους αρνείται υπηρεσία. Δεν καταφέρνει να επηρεάσει το αντικείμενό της, τον κορμό του δένδρου. Όμως, ένας από αυτούς, ίσως ο πιο αδύναμος, στέκεται σε μια άκρη ήσυχος και βυθισμένος σε μεγάλο στοχασμό, ενώ οι άλλοι εξακολουθούν να κοπιάζουν του κάκου. Και τότε αυτός κάνει κάτι που ως τώρα ήταν άγνωστο για την ατομική πείρα όλων. Αρπάζει ένα πάσσαλο, τον χρησιμοποιεί σαν μοχλό κάτω απ’ τον κορμό και μετακινεί το βάρος προς τα εμπρός, χωρίς μεγάλο κόπο σχετικά. Η ψυχική δημιουργικότητα εκείνου που εφευρίσκει τον μοχλό μπορεί να χαρακτηριστεί σαν προσαρμοστικότητα, επιδεξιότητα, προσοχή ή ετοιμότητα πνεύματος. Οπωσδήποτε είναι κάτι διαφορετικό από την κατανάλωση ψυχικής ενέργειας που εξαντλεί τους συντρόφους του.
«Και οι τρεις είναι υποκείμενο. Οι δύο πρώτοι δεν καταφύγανε στην υποκειμενικότητά τους. Ο τρίτος αποδείχθηκε ένα εξαιρετικά ξύπνιο και άμεσο υποκείμενο. Χαρακτηριστικό σημάδι λοιπόν της υποκειμενικότητας είναι ο γόνιμος, δημιουργικός διάλογος με την πραγματικότητα» (σελ. 30 – 34).
Και τώρα ας διευκρινίσουμε: Υποκείμενο και αντικείμενο δεν είναι νοητά το ένα δίχως το άλλο. Είναι έννοιες αλληλένδετες (Korrilativ)(σελ. 47). Το ότι όλα τα χρώματα και όλοι οι ήχοι σβήνουν όταν δεν υπάρχουν μάτια και αυτιά, αυτό είναι κάτι ευνόητο. Δύσκολο μας είναι να σκεφθούμε το αντίθετο. Ότι η πέτρα, ο βράχος δεν θα υπήρχαν και ότι ακόμη περισσότερο, δεν θα υπήρχαν σώματα εφόσον δεν θα υπήρχε καμιά ζωντανή ύπαρξη που να μπορεί να επηρεάζεται από αυτά. Εκεί μάλιστα που η δυσκολία μεγαλώνει, είναι όταν χρειαστεί να αντιληφθούμε ότι όχι μόνο ο εξωτερικός κόσμος αλλά και ο εσωτερικός, στέκει αντιμέτωπός μας σαν αντικείμενο.
Εδώ τώρα, οι περιπλοκές, οι μεταβολές, οι συγκρούσεις με το αντικείμενο είναι πολύ πιο συχνές, ώστε και πεπειραμένοι ψυχολόγοι να πέσουν στην πλάνη πως η επιθυμία, η σκέψη, τα όνειρα και η αγωνία της εσωτερικής μας ζωής ανήκουν στην υποκειμενικότητα. Η επαφή μας βέβαια προς αυτά τα αντικείμενα είναι πολύ πιο άμεση απ’ ό,τι με τα πράγματα του εξωτερικού κόσμου. Δεν είναι όμως διαφορετική από εκείνη που έχουμε με το σώμα μας, όπως το ζούμε εκ των έσω. Όταν κανείς έχει μια πληγή στο πόδι του, μπορεί να την εξετάσει εκ των έξω σαν ένα ξένο αντικείμενο. Μπορεί όμως συγχρόνως να τη νοιώσει και να τη ζήσει εκ των έσω, σαν μια κατάσταση του δικού του ιδιαίτερου είναι. Ο πόνος της πληγής είναι κάτι παρόν μέσα του όπως μια επιθυμία, μια σκέψη ή μια ανάμνηση. Όμως μπορεί και να σταθεί αντιμέτωπος σε όλες αυτές τις εσωτερικές εμπειρίες και γεγονότα, να αποσπασθεί από αυτές, να πάρει θέση απέναντί τους, και να τις αλλάξει. Αυτή ακριβώς η δυνατότητα να πάρει θέση, να αποσπασθεί κλπ. Είναι αυτό που εννοούμε λέγοντας «υποκειμενικό είναι» του ανθρώπου. Η απόσπαση του υποκειμένου από την ροή της εσωτερικής ζωής είναι και το κεντρικό πρόβλημα της χαρακτηρολογίας. Συμπέρασμα λοιπόν: Η προσωπικότητα είναι μια σχέση υποκειμένου και αντικειμένου.
2. Χαρακτήρας
Και τώρα ας δούμε τι εννοεί χαρακτήρα ο Kuenkel. Στην εισαγωγή του πρώτου τόμου της χαρακτηρολογίας του, με σύντομα λόγια δηλώνει ότι με τον όρο αυτό εννοεί κάτι διαφορετικό από τις άλλες χαρακτηρολογικές αντιλήψεις. Γι’ αυτόν, η έννοια αυτή σημαίνει εμπειρικός χαρακτήρας, δηλαδή το σύνολο των τρόπων συμπεριφοράς, διαγωγής ή δράσης των ατόμων, όπως και των ομάδων σε στενή εξάρτηση μεταξύ τους, και στην πορεία της όλης εξέλιξής της. Τον εμπειρικό αυτό χαρακτήρα δεν μπορούμε να τον ξεχωρίσουμε από τις σημαντικές λειτουργίες, καθώς και από τα κληρονομικά και φυλετικά δεδομένα. Ούτε επίσης από το ψυχικό του πεπρωμένο καθώς και την κοινωνική του εξέλιξη. Η αντίθεση «ψυχικό» - «σωματικό» συνδυάζεται σε μια νέα οργανική ενότητα με τον όρο «χαρακτήρας». Με τη λέξη αυτή θα εννοούμε από τη μια μεριά, τα κύρια γνωρίσματα των ατόμων που μπορούν να ταξινομηθούν ή ίσως και να υποταχθούν σε νόμους. Από την άλλη μεριά, θα σημαίνει εκείνο το μοναδικό που υπάρχει σε κάθε άτομο, εκείνο το ανεπανάληπτο γίγνεσθαι που διαμορφώνει την προσωπική του μοίρα, τη δική του ιστορία ζωής.
Κατά τον Kuenkel πεπρωμένο και χαρακτήρας είναι έννοιες πολύ στενά συνδεδεμένες (σελ. 150):
«Κάθε άνθρωπος έχει ένα μοναδικό και ανεπανάληπτο πεπρωμένο. Καθένας στέκεται σε διαφορετική θέση μέσα στο χώρο και το χρόνο, και καθένας έχει διαφορετικά χαρίσματα και δυνατότητες, αλλά και διαφορετικές δυσκολίες και καθήκοντα. Ο άνθρωπος είναι το πεπρωμένο του. Αν είναι ένα άλλο πεπρωμένο, και ο ίδιος θα ήταν ένας άλλος χαρακτήρας. Και όπως το υποκείμενο δεν μπορεί να ξεχωρίσει από το αντικείμενο, έτσι κανείς δεν μπορεί να χωρίσει από το πεπρωμένο του».
Κι ας δούμε τώρα, πώς κατά τον Kuenkel πάντοτε, διαμορφώνεται ο χαρακτήρας, τι πορεία ακολουθεί μέσα στο γίγνεσθαι της ζωής, ποια νόμοι – αν υπάρχουν – διέπουν την εξέλιξή του. Τέλος, ποιος είναι ο σκοπός της ανάπτυξής του, που είναι ταυτόσημος με το σημαντικό πρόβλημα κάθε ατόμου: Πού τον ωθεί η ζωή, προς τι αποβλέπει το δημιουργικό γίγνεσθαι εντός του;
3. Η εξελικτική πορεία του χαρακτήρα. Η εξέλιξη, ρυθμός της ζωής
Ο δρόμος του εγωκεντρισμού. Η ανάπτυξη του αλτρουισμού
Εφόσον όπως προηγουμένως αναφέραμε για τον Kuenkel, δεν υπάρχει υποκείμενο χωριστό από το αντικείμενο, εφόσον δηλαδή το εγώ είναι συνάρτηση μιας εσωτερικής και μια εξωτερικής πραγματικότητας, το ζην, η ζωή δεν είναι άλλο από μια προϊούσα εξέλιξη του υποκειμένου σε διαρκή αλληλεπίδραση προς τον έξω κόσμο. Το γίγνεσθαι αυτό είναι αναγκαστικό για όλους τους ανθρώπους. Είτε το θέλουμε είτε όχι, ωθούμαστε μοιραία από το συνδυασμό των εξωτερικών γεγονότων και της δικής μας εσωτερικής διαμόρφωσης, σε μια βαθμιαία εσώτερη μεταβολή που αποσκοπεί στο ξύπνημα της πνευματικής ζωής μέσα στον άνθρωπο. Αυτός είναι ο μεγάλος ψυχοβιολογικός νόμος του εσωτερικού γίγνεσθαι, που δεν αφήνει στην καλή μας διάθεση το ζήτημα της ψυχικής μας διαμόρφωσης.
Εδώ δεν πρόκειται πλέον για μια ηθική υπόδειξη ή επιβολή για να κερδίσουμε αν θέλουμε τον παράδεισο, αλλά για κάτι χειρότερο και πιο πειστικό: Πρόκειται για μια αναγκαιότητα τόσο αδυσώπητη, όσο και οι νόμοι της φυσικής επιστήμης. Η επεξεργασία του πρωτόπειρου υποκείμενου από τη ζωή, για να διαμορφωθεί σε ένα ώριμο, συνειδητοποιημένο υποκείμενο ακολουθεί διαδοχικά στάδια που το χρονικό τους όριο είναι ακαθόριστο. Εξαρτάται από το ίδιο το άτομο, κατά πόσον αργότερα ή γρηγορότερα θα φθάσει στο στάδιο του υλικού διαφωτισμού. Η ανάγκη και ο πόνος είναι οι μεγάλοι τεχνίτες που πλαστουργούν στο μέταλλο της ψυχής μας, το λιώνουν και το διαμορφώνουν σε ολοένα τελειότερες μορφές. Γι’ αυτό, κατά τον Kuenkel, ανώδυνη ανάπτυξη του χαρακτήρα δεν είναι νοητή.
Εγωκεντρισμός
Ο πρωτόγονος άνθρωπος, όπως και το παιδί, στα πρώτα χρόνια της ζωής του είναι ένα υποκείμενο που δεν ξέρει ακόμη τον εαυτό του. Ζει σε μια ασυναίσθητη ενότητα με το περιβάλλον. Χαρακτηριστικό αυτής της κατάστασης είναι ότι μιλά για τον εαυτό του πρώτα σε τρίτο πρόσωπο, κι ύστερα λέει: «εγώ». Το ίδιο και οι άγριοι λαοί όσο ανεξέλικτοι είναι. Κι έτσι αρχίζει ο μεγάλος δρόμος που παίρνει το άτομο για να συνειδητοποιήσει τον εαυτό του, για να φθάσει στο πλήρες αίσθημα του «εγώ είμαι εγώ», και συγχρόνως να νοιώσει εξίσου έντονα ότι «εγώ είμαι όχι μια ολότητα», αλλά «εγώ είμαι το κομμάτι ενός όλου». Φαίνεται ότι μοιάζει μοιραίο σ’ αυτό τον αγώνα, ο άνθρωπος να περνάει από τη φάση του εγωκεντρισμού, να πέφτει όπως χαρακτηριστικά λέει ο Kuenkel, στο «λάκκο της εγωπάθειας».
Το άτομο που μαθαίνει το εγώ του, υπνωτίζεται από αυτό, συγκεντρώνει όλο το σύμπαν μέσα σ’ αυτό, το λατρεύει σαν θεό του. Τη μεγάλη του πλάνη πληρώνει με πόνους και δάκρυα, με συγκρούσεις και αγωνίες. Το εγώ γίνεται η μεγάλη αγιάτρευτη πληγή που διαρκώς αιμορραγεί, και που όμως με κανένα τρόπο δεν θέλουμε να κλείσει, όσο κι αν ισχυριζόμαστε το αντίθετο. Ολόκληρος ο σημερινός πνευματικός πολιτισμός μας βρίσκεται στο στάδιο αυτό. Κάθε αξιόλογη δράση απορρέει κατά κανόνα από αυτή τη βαθύτερη εγωτροπία, ακόμα και στις περιπτώσεις που εκ πρώτης όψεως μοιάζουν ενάρετες και αλτρουιστικές. Αλλά, ας αναφέρουμε καλύτερα μερικά από τα λεγόμενα του Kuenkel γύρω από το θέμα αυτό.
Ας υποθέσουμε ότι ένας ηλικιωμένος άνθρωπος που περπατά στο δρόμο, πέφτει. Ένας νέος σπεύδει να τον βοηθήσει. Η πράξη του αυτή μπορεί να εξυπηρετεί δύο εντελώς διαφορετικούς σκοπούς. Είτε ο νέος θέλησε να βοηθήσει και μόνο τον ηλικιωμένο, και η πράξη του είναι γνήσια ανιδιοτελής, είτε διότι θέλησε να πραγματοποιήσει μια καλή πράξη και τότε το ελατήριό της είναι γνήσια εγωκεντρικό. Ας υποθέσουμε τώρα πως δεν πέτυχε το σκοπό του. Και στις δύο περιπτώσεις, ο βοηθών θα λυπηθεί. Ο ανιδιοτελής επειδή η προσπάθειά του δεν πέτυχε και ο εγωκεντρικός διότι δεν μπόρεσε να κάνει μια καλή πράξη, και θα μεμφθεί τον εαυτό του, θα τον ενοχοποιήσει. Έτσι δηλαδή, ή αλλιώς, θα ασχοληθεί πάλι με εκείνο που είναι στην πραγματικότητα το αντικείμενο κάθε φροντίδας του, το «αγαπημένο του εγώ».
Ο εγωκεντρικός άνθρωπος είτε συνειδητά, είτε και πιο πολλές φορές ασυνείδητα, επιδιώκει την πραγματοποίηση ενός εγωκεντρικού ιδανικού. Ό,τι τον πλησιάζει προς αυτό είναι ευτυχία, ενώ ό,τι τον απομακρύνει απ’ αυτό είναι δυστυχία. Το περιεχόμενο αυτού του ιδανικού ποικίλλει στα διάφορα άτομα και μπορεί πολλές φορές επιφανειακά να είναι πολύ αντιφατικό. Μπορεί να είναι π.χ. το «θέλω να γίνω πολύ πλούσιος σαν τον Rothschild», ή «να γίνω πολύ ένδοξος σαν τον Ναπολέοντα», ή «είμαι ένας μάρτυρας που ακολουθεί τον δρόμο του Χριστού προς το Σταυρό».
Στις πιο πολλές περιπτώσεις, η εγωτροπία λειτουργεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην γίνεται φανερή στο άτομο. Πραγματικά, ένας δαιμόνιος Πρωτέας κρύβεται κάτω από τις ποικίλες μορφές, και εφευρίσκει τόσα πολλά επιτήδεια τεχνάσματα ώστε να χρειάζεται αρκετή δόση ψυχολογικής πείρας για να μπορεί κανείς να την αποκαλύψει. Χαρακτηριστικό γνώρισμα εγωκεντρισμού είναι το αλύγιστο, το άκαμπτο των επιταγών του. Το εγώ συμπεριφέρεται σαν ένας κυρίαρχος που δεν υπομένει καμιά αντίδραση. Ακόμη και στη σπάνια περίπτωση του να έχει κανείς διαμορφώσει το εγώτροπο ιδανικό «είμαι μάρτυρας και υποφέρω σαν τον Ιώβ», αυτός μπορεί ασυναίσθητα να επιμένει με κάθε τρόπο στις δυστυχίες του, και να απομακρύνει χωρίς να το εννοεί κάθε πιθανότητα ανακούφισης. Γιατί η ευτυχία θα εμποδίζει την πραγματοποίηση του μαρτυρικού ιδανικού του.
Όσο πιο εγωκεντρικός γίνεται ένας άνθρωπος, τόσο περισσότερο συλλαμβάνεται μέσα στον ασφυκτικό κλοιό του ζεύγους των αντιθέσεων: Υπεροχή – μειονεξία. Όσο βαθύτερα αισθάνεται ότι μειονεκτεί, τόσο υψηλότερα τοποθετεί το σημείο της υπεροχής του και αντίστροφα, όσο υψηλότερα νομίζει τον εαυτό του, τόσο χαμηλότερα αισθάνεται πως πέφτει με την πρώτη αποτυχία. Στη συνήθη ζωή πολύ σπάνια συνειδητοποιεί κανείς τα δύο αυτά σημεία. Αισθάνεται συνήθως ή ψηλά ή χαμηλά. Ο εγωκεντρισμός δεν είναι δυνατός χωρίς αυταπάτες. Η βαθύτερη ψυχολογική διεισδυτικότητα δεν μπορεί να συνδυαστεί με την εγωτροπία που είναι ανυπέρβλητο εμπόδιο για μια ορθή διάκριση. Γι’ αυτό, σε όλους τους ανθρώπους υπάρχει μια μεγαλύτερη ή μικρότερη δόση αυταπάτης – όλοι είμαστε λίγο πολύ εγωκεντρικοί – αυταπάτη που θα χρειαστεί κάποτε να αποκαλυφθεί. Όσο όμως πιο εγωκεντρικός είναι κανείς, τόσο πιο πονηρά καμουφλάρεται αυτή η αυταπάτη, τόσο πιο επιδέξια είναι τα τεχνάσματα που μεταχειρίζεται και τόσο επιτήδεια τα επιχειρήματα που εμποδίζουν την αποκάλυψη.
Στο άγγιγμα της αλήθειας ο εγωκεντρισμός συντρίβεται, γι’ αυτό και τόσο πολύ την φοβάται. Αυτή η αναγωγή του εγώ σε μια απόλυτη αξία είναι η άκρα αντίθεση προς την πραγματική ζωντάνια της ανιδιοτέλειας. Η αυτοθεοποίηση δεν οδηγεί σ’ εκείνο που επιδιώκει, δηλαδή στην εξασφάλιση του αγαπητού εγώ αλλά αντίθετα, στην κατάπτωσή του.
«Ο φιλών την ψυχήν αυτού, απολέσει αυτήν. Και ο μισών την ψυχήν αυτού εν τω κόσμω τούτω, εις ζωήν αιώνιον φυλάξει αυτήν»
(Ματθαίος ε 39, Μάρκος η 35, Λουκάς θ 24)
Ας φανταστούμε όλες τις ενέργειες, όλη τη ζωτικότητα ενός εγωκεντρικού ανθρώπου σαν μια πυραμίδα που στην κορυφή της είναι τοποθετημένο το εγωκεντρικό ιδανικό. Όλη η απέραντη δημιουργικότητα της ζωής τελειώνει σ’ αυτό και κινείται προς αυτό, περιορίζεται απ’ αυτό. Τα μέσα της δράσης του και ο σκοπός του αποκρυσταλλώνονται σε μια μορφή, σε κάτι στενά καθορισμένο. Αυτή η πορεία σύντομα φέρνει το άτομο σε σύγκρουση με το περιβάλλον του. Από την ένταση της ακαμψίας του σκοπού του, θα εξαρτηθεί η ψυχική του ισορροπία. Όταν η σύγκρουση ενταθεί και τα εξωτερικά γεγονότα αρνηθούν την εξυπηρέτηση του εγωκεντρικού του ιδανικού, τότε αυτό συντρίβεται και ο εγωκεντρικός άνθρωπος που συνταύτισε το είναι του μαζί του ζει την αγωνία της καταστροφής. Το ορμητικό κύμα της εξέλιξης παρέσυρε το οικοδόμημά του σε συντρίμμια και ερείπια.
Αν ύστερα από την μπόρα μένει ακόμη αγκιστρωμένος στον άκαμπτο σκοπό του, απογοήτευση και μαρασμός τον περιμένει. Αν όμως συνειδητοποιήσει πως αυτό δεν είναι το πραγματικό του εγώ, τότε αναβλύζει μέσα του ακένωτη η δημιουργική ενέργεια της ζωής, που με τα παλιά υλικά ξαναπλάθει σε νέους συνδυασμούς ένα νέο απρόβλεπτο σκοπό, ίσως πιο σοφό, ίσως πιο προσαρμοσμένο στις πραγματικές δυνατότητες του ατόμου. Όποιος, κατά τον Kuenkel, συνειδητοποιήσει τη στενή σχέση που υπάρχει ανάμεσα στα βάσανά του και τον εγωκεντρισμό του, είναι πρόθυμος να ομολογήσει στον εαυτό του την ευθύνη του για τη μελλοντική τύχη της ζωής του. Αυτός δεν πρέπει να νομίζει ότι η δυστυχία του θα εξαφανιστεί ως δια μαγείας. Ίσα – ίσα, θα πρέπει να είναι πρόθυμος να αναλάβει τις συνέπειες της κατανόησης του εαυτού του και της ομολογίας του. Πρέπει να αντέξει εκείνο που ως τώρα του φαινόταν ανυπόφορο. Δηλαδή, να γίνει υποκείμενο αλλά και αντικείμενο της ζωής, όσο κι αν του φαίνεται δύσκολο αυτό το πράγμα. Τότε μονάχα, όταν αντιμετωπίσει κατ’ αυτό τον τρόπο τη ζωή, αυτή θα τον υπακούσει. Μόνο όταν παραδώσει τον εαυτό του στη ζωή, θα κατορθώσει να την εξουσιάσει.
Κατά τον Kuenkel αφορμή βασική κάθε νεύρωσης δεν είναι ούτε η λίμπιντο του Φρόιντ ούτε μόνο ο παράγοντας μειονεξίας του Άντλερ. Κάθε κακή προσαρμογή προς τις απαιτήσεις του ψυχοβιολογικού νόμου που ωθεί τον άνθρωπο μέσα από τις συγκρούσεις σε ολοένα περισσότερη ωρίμανση, κάθε αντίσταση στην ανάπτυξη της κοινωνικότητας – σ’ αυτό συμφωνεί και ο Άντλερ – δημιουργεί τις προϋποθέσεις μιας ψυχικής διαταραχής κατά το μάλλον ή ήττον μεγάλης, που μπορεί τελικά να απολήξει στη νεύρωση, στην αυτοκτονία ή στο έγκλημα. Εκείνο για το οποίο μπορεί κανείς να είναι τελικά βέβαιος, είναι πως δεν μπορεί με κανένα τρόπο να αποφύγει αυτό που τόσο πολύ φοβάται: τον πόνο. Ο εγωκεντρικός που σκοπός του μοναδικός στέκει πάντα η διαφύλαξη του πολύτιμου εγώ του, καταλήγει στην τέλεια αντίθεση προς τη ζωή και αργά ή γρήγορα θα ζήσει τη Μεγάλη Αγωνία της καταστροφής, ακόμη κι αν η στιγμή αυτή πρόκειται να έρθει μονάχα την ώρα του θανάτου. Κι αυτό όμως μένει μια εξαιρετική περίπτωση.
Συνήθως, στο βίο του δοκιμάζει τη βαθιά πικρία της μόνωσης και το στείρο πόνο του αποκρυσταλλωμένου, του αλύγιστου ψυχισμού του. Τον πόνο αυτό ο Kuenkel ονομάζει πόνο της αμαρτίας. Είναι ο πόνος που ζει κανείς χωρίς να φωτιστεί η ψυχή του με περισσότερη κατανόηση, και χωρίς το πνεύμα του να αποκτήσει περισσότερη ωρίμανση. Όσο καιρό ζει σε αυτό το ψυχικό στάδιο, μπορεί να πετυχαίνει μεταβολές στο είναι του εις πλάτος. Μπορεί να αναπτύσσεται, να προοδεύει, να αποκτά προτερήματα και αρετές. Οι αλλαγές αυτές είναι επιφανειακή εξέλιξη. Υπάρχουν όμως και άνθρωποι που ο πόνος ωθεί σε περισσότερη πνευματική διαύγεια, σε βαθύτερη κατανόηση. Τότε, κατά τον Kuenkel, επενεργεί ο πόνος ωρίμανσης. Μέσα τους γίνεται αλλαγή σε βάθος, μεταβάλλεται η φάση συνειδητότητας. Η προσωπικότητα στέκει τώρα ανάμεσα στα γεγονότα πιο ξύπνια, έχοντας εμβαθύνει περισσότερο στο νόημά τους. Σύντομα συνειδητοποιεί τον εαυτό της σαν ένα κομμάτι εξαρτώμενο από μια ολότητα. Με δυο λόγια, αποκτά εντονότερο κοινωνικό συναίσθημα και διαυγέστερη κρίση για την αξία των πραγμάτων. Μέσα του γεννιέται το πνεύμα.
Όπως είναι ευνόητο, ο δρόμος της ωρίμανσης δεν είναι διόλου εύκολος, καθόλου ομαλός. Ο άνθρωπος προχωρεί και ωριμάζει περνώντας από πολλές ψυχολογικές κρίσεις. Η μοίρα, λέγει ο Kuenkel, δεν αποβλέπει στο να είμαστε ευτυχείς αλλά στο να αναπτύσσουμε ολοένα περισσότερη πνευματικότητα. Σ’ αυτό, μας εξαναγκάζει. Η τακτοποίηση των εξωτερικών γεγονότων της ζωής μας έτσι ώστε να οδηγήσουν την επώδυνη γέννηση της πνευματικής προσωπικότητας, αποτελεί αυτό που ονομάζουμε πεπρωμένο. Όσο δε κι αν είναι διαφορετικό σε κάθε άτομο, στις γενικές γραμμές η διαρρύθμιση των εξωτερικών γεγονότων από τη Μοίρα, ακολουθεί ορισμένα όμοια στάδια που περιγράφει ο Kuenkel στο τελευταίο μέρος της χαρακτηρολογίας του, με γενικό τίτλο «Ο Δρόμος της Κρίσης».
Der Weg durch Krisis – Ο Δρόμος της Κρίσης
Ο εγωκεντρικός άνθρωπος που έρχεται σε οξύτατη σύγκρουση με την πραγματικότητα, έχει δύο προοπτικές εμπρός του: την απόγνωση με όλα τα επακόλουθά της – νεύρωση, ψύχωση, μαρασμό ή και το χειρότερο, αυτοκτονία ή έγκλημα, ή να προσπαθήσει να αντιμετωπίσει τη σύγκρουση, να αντέξει τη λύπη του και να μην παρασυρθεί και πνιγεί μέσα στον ωκεανό της απελπισίας του. Απαραίτητος όρος για να το κατορθώσει είναι να αποσπαστεί από το εγωκεντρικό ιδανικό του και να παραιτηθεί από κάθε προστασία τού εγώ του. Αυτό αποτελεί το αποφασιστικό βήμα και δύσκολα πετυχαίνουμε να προσανατολιστεί στην ορθή, πραγματική απόσπαση. Συνήθως εμπνέεται κανείς από την εντελώς αντίθετη διάθεση. Προσκολλάται στο σκοπό του με όλη τη ζέση της καρδιάς του, γαντζώνεται επάνω του, όμως λέει ο Kuenkel. Π.χ. κρατεί τη στάση εκείνου που λέει:
«Θα αποδείξω πως εγώ έχω δίκιο και με τη ζωή μου ακόμη» ή «δεν μπορώ να εργαστώ αν δεν επιτύχω εκείνο που θέλω. Ας χάσω τη δουλειά μου, ας γίνουν όλα θάλασσα, ας καταστραφώ αφού δεν γίνεται εκείνο που μου αρέσει».
Όμως τρίτος μπορεί να πει:
«Δεν θα τον αφήσω έτσι αυτό τον άνθρωπο, θα αγωνιστώ εναντίον του μακάρι να χαλάσει όμως ο κόσμος».
Ξέρουμε πως πίσω από κάθε τέτοιο αλύγιστο σκοπό κρύβεται η αγωνία του να μη συντριβεί το Εγώ, ακόμη και σε περιπτώσεις που μπορεί να γίνεται λόγος για αγάπη, για προσφορά και θυσία. Όσο καιρό ο άνθρωπος υπακούει σε άκαμπτες επιταγές, αγωνίζεται όχι για τη ζωή αλλά για το θάνατο, δεν παλεύει για κάτι θετικό αλλά μάχεται κάτι αρνητικό.
Η πραγματική απόσπαση επιβάλλει να παραιτηθούμε όχι μόνο από τους τωρινούς σκοπούς μας αλλά και από την αγωνία και τον πόνο της συντριβής του Εγώ. Π.χ. ένας μοναχικός άνθρωπος θλίβεται στη μοναξιά του κι αποφασίζει να γευτεί η χαρά του συντρόφου. Πρέπει τώρα να μάθει να υποφέρει τα μειονεκτήματα της συμβίωσης, να προσαρμόζεται στα ελαττώματα και τις ιδιορρυθμίες του άλλου που θα τον δυσκολέψει. Σε αυτή την αναθεώρηση της μέχρι τώρα ζωής του, θα κοπιάσει πολύ να αναπτύξει μέσα του το συναίσθημα της κοινωνικότητας. Αυτό οφείλεται στο ότι υπάρχουν εντός του ψυχολογικά εμπόδια που τα αγνοεί. Και μόνον όταν η σύγκρουση φθάσει σε οξύτερο σημείο ξεσπάει η ψυχολογική κρίση που θα του αποκαλύψει βαθύτερους ψυχικούς βραχνάδες, σαν βασική αφορμή της τωρινής του δυσκολίας.
Ο άνθρωπος αυτός, στην παιδική του ηλικία έζησε τον πόνο της καταστροφής του «εμείς» τόσο έντονα, ώστε από τότε να υπακούει στο ψυχικό βίωμα που δρα στα βάθη του υποσυνειδήτου του: Στη ζωή κανείς είναι μόνος. Και όταν τώρα δημιουργείται κάποιος κίνδυνος να γεννηθεί ένα ζωντανό «εμείς», όταν οι πρώτες συγκρούσεις με τον σύντροφο αποδείξουν τις δυσκολίες μιας τέτοιας ψυχικής ένωσης, όλα τα αμυντικά έργα του παλιού καιρού ξαναμπαίνουν σε δράση. Απόσπαση όμως σημαίνει παραίτηση από τον πόλεμο της προστασίας του Εγώ, σημαίνει να ανοιχθούμε να γίνουμε ένα παθητικό υποκείμενο όταν η ζωή το επιβάλλει.
Όταν βρεθεί σε αυτή την ψυχολογική κατάσταση ο άνθρωπος, έχει συνήθως τη διάθεση να απογοητευτεί και να παραιτηθεί από όλα. Θεωρεί αδύνατη τη δημιουργία κάθε νέου σκοπού, έχει τάση για αυτοκτονία, δεν νιώθει πια το κέφι να ζει. Δεν είναι όμως μονάχα η αρρώστια ή η αυτοκτονία διαφυγές από μια ορθή απόσπαση. Η καρτερική υποταγή, υποταγή όπως και ο ασκητισμός, συχνά αποτελούν μια λανθασμένη απόσπαση. Όποιος λέει: «Δεν ζητώ πια τίποτε από τη ζωή, για μένα κάθε γήινο έχει χάσει την αξία του», δεν ζει την πραγματική απόσπαση, ζει την ψυχική κατάσταση ενός μικρού παιδιού που κλωτσάει με το πόδι του το κομμάτι ενός γλυκού, γιατί δεν του το δίνουν να το φάει ολόκληρο.
Όχι μόνο ο παρανοημένος χριστιανικός ασκητισμός, αλλά ακόμη και ο παρεξηγημένος βουδισμός οδηγεί σε μια λανθασμένη απόσπαση, και μάλιστα σε ένα είδος κρυφής μακρόχρονης αυτοκτονίας από μαρασμό, που κανείς δεν ομολογεί στον εαυτό του. Αυτό σημαίνει ότι ποτέ δεν έπαψε να πιστεύει πως αδικήθηκε, ποτέ δεν έπαψε να θεωρεί την προσφυγή στον ασκητισμό σαν μια προσφυγή ενός παραπονεμένου παιδιού στον καλό του προστάτη Θεό. Δεν αφήνει έτσι τον εαυτό του να εξελιχθεί, αποστεώνεται μέσα σε σιδερένια καλούπια άκαμπτων ιδεών κι επιταγών. Αυτό δεν είναι όμως ορθή απόσπαση αλλά αυτό-διατήρηση. Πραγματική απόσπαση σημαίνει να παραιτηθούμε από τους έως τώρα σκοπούς μας, αλλά και σύγχρονα να παραδοθούμε χωρίς προστασία στο πεπρωμένο. Σημαίνει να σταθούμε χωρίς θώρακα και χωρίς προσωπείο, γυμνοί μπροστά στο Θεό. Με αυτό τον τρόπο δεν μένει πια τίποτε, είμαστε άοπλοι και δίχως αποκτήματα, όπως ένα παιδί. Δεν έχουμε εγκαταλείψει μονάχα τους σκοπούς μας, αλλά έχουμε και λυτρωθεί από ό,τι εμπόδιζε και δέσμευε την εκδήλωση της δημιουργικής μας ενέργειας σε προκαθορισμένα πλαίσια. Αποδεσμεύεται τώρα εντός μας η δύναμη της ζωής, έτοιμη να μας ωθήσει προς νέους ορίζοντες.
Όποιος παραιτείται από όλα τα γύρω του αντικείμενα και φθάνει στην πραγματική απόσπαση, αυτός ζει μια τρομακτική στιγμή το «τίποτα». Όπου δεν υπάρχει κανένα αντικείμενο, μοιάζει να μην υπάρχει κανένα υποκείμενο. Πρέπει κανείς να αντέξει την εσωτερική μοναξιά, την αδιαφορία όλων, το κενό. Η υποκειμενική του ύπαρξη υπάρχει παρόλο που δεν το πιστεύει. Εκείνο που έχει συντριβεί είναι το επιφανειακό υποκείμενο, το προσωπείο που είχε φορέσει. Και τότε συμβαίνει κάτι που οι άνθρωποι ονομάζουν θαύμα: Ο κόσμος ήταν άδειος και σκοτεινός, ήταν ένα τίποτα. Και να! Σε λίγο αρχίζει να πλάθεται πάλι εμπρός μας γεμάτος καινούργιο φως, νέα χρώματα και απροσδόκητες νέες αξίες.
Χαρακτηριστικό δείγμα μιας ορθής απόσπασης που την ξεχωρίζει από τις άλλες ψυχικές διαφυγές, είναι η συγγνώμη. Στην ψυχική κατάσταση της διαφυγής, είναι κανείς γεμάτος πικρία. Δεν τον εγκαταλείπει ποτέ η ιδέα πως έχει αδικηθεί. Βρίσκεται σε έχθρα προς το Θεό και προς τους ανθρώπους. Μένει αρνητικός, λέει Όχι. Ενώ εκείνος που έχει πραγματικά αποσπαστεί, αισθάνεται ελεύθερος, θετικός, λέει Ναι. Δεν έχει τίποτε να μεμφθεί, από τίποτε να παραιτηθεί, έχει πραγματικά και βαθιά συγχωρήσει όλους τους ανθρώπους. Ξαναβρήκε το δρόμο του χαμένου «εμείς» των πρώτων χρόνων της ζωής του. Μόνο έτσι έχει επιτύχει τον αφοπλισμό του φρουρίου που μέσα από τα βάθη του είναι του ύψωνε, το αμυντικό φράγμα του πυρός προς κάθε προσέγγιση. Εάν όμως αυτό δεν γίνει, τότε λέει ο Kuenkel, κάθε συγγνώμη είναι χωρίς βάθος. Μένει το αντικείμενο παιχνίδι της βαθύτερης υποσυνείδητης αγωνίας του Δεν έχει ακόμη γνήσια αποσπαστεί.
Vitale Dialektik – Ζωντανή Διαλεκτική
Η ανθρώπινη όμως φύση είναι ατελής. Γι’ αυτό και ο άνθρωπος με πολλές δυσκολίες και με βήμα βραδύ πορεύεται στο δρόμο της εξέλιξής του. Θα χρειαστεί να ζήσει πολλές ψυχικές κρίσεις, να διαλύσει πολλές ψευδαπάτες και να πονέσει πολλούς πόνους. Και πάντα, κάθε εξωτερική αντίθεση θα οδηγεί σε μια εσωτερική αντίθεση, που θα χρειαστεί να την υπερνικήσει με μια νέα άντληση δημιουργικότητας από τα βάθη της ύπαρξής του. Η εξελικτική αυτή πορεία της διαμόρφωσης του χαρακτήρα, αποτελεί ό,τι ονομάζει ο Kuenkel «ζωντανή διαλεκτική», που ωθεί τον άνθρωπο από την πρώτη φυσική πρωτόγονη ενότητα με το περιβάλλον, από το πρώτο «ναι» σε μια συνειδητή αντίθεση στο «όχι», και από εκεί στην υπερνίκηση αυτής της παρέκκλισης με μια νέα σύνδεση προς το περιβάλλον, παρ’ όλες τις ελλείψεις και τις κακίες του, δηλαδή σε ένα «παρόλα αυτά». Αυτός είναι ο μηχανισμός της λειτουργίας της ωρίμανσης.
Όπως ήδη αναφέραμε, σκοπός μας είναι η ανάπτυξη της πνευματικότητας. Τι εννοεί με αυτό ο Kuenkel; Σε αυτή την έννοια δεν αφιερώνει ιδιαίτερο κεφάλαιο ούτε επιχειρεί να δώσει μακροσκελή θετική περιγραφή τού πώς τη νομίζει. Στην πορεία των σκέψεών του επάνω στις φάσεις της ψυχικής ωρίμανσης, μας το προβάλλει με λίγες λέξεις οι οποίες συνήθως καθορίζουν περισσότερο τι δεν είναι πνεύμα. Κάθε άτομο πραγματοποιεί μόνο τη γνώση της υποκειμενικότητάς του που είναι άμεσο νιώσιμο του εσώτερου εαυτού του. Γι’ αυτό ο Kuenkel όπως και άλλοι ερευνητές της εσωτερικής πραγματικότητας, υποδεικνύουν ως μόνο αποτελεσματικό μέσο μελέτης τον αρνητικό. Ας εξετάσουμε, λέει, βαθιά το αντικείμενο για να ξέρουμε τουλάχιστον τι δεν είναι το υποκείμενο. Όπως λέει λοιπόν:
«Πνεύμα, δεν είναι έννοια ταυτόσημη με δύναμη ή υγεία. Υγιέστατοι άνθρωποι μπορεί να μην είναι πνευματικοί. Και ο διαρκώς αρρωστημένος όμως δεν βρίσκεται κοντά στο πνεύμα. Όταν το πνεύμα εμφανίζεται μέσα στον άνθρωπο, η ασθένεια σβήνει… Πνεύμα σημαίνει δημιουργικότητα και γονιμότητα. Διαρκώς ανανεώνει τους σκοπούς και τα μέσα για την επίτευξή τους, διαρκώς υπερνικά τα εμπόδια. Φωτίζει τη ζωή με ένα καινούργιο φως, αποκαλύπτει νέες συναρτήσεις. Οι δυσκολίες δεν πρόκειται να πάψουν. Η αυξάνουσα σύνεση και ορθή διάκριση αυξάνει την ευθύνη και τον κύκλο των καθηκόντων. Ο άνθρωπος όμως δεν στέκει μόνος. Δίπλα του έχει αόρατους βοηθούς, που μπορεί να τους αγνοεί. Όσο όμως πιο πραγματικό είναι το πνευματικό ξύπνημά του, τόσο μεγαλύτερη και αποτελεσματικότερη είναι η επιρροή του ατόμου. Δεν πρέπει να παραξενεύεται αν κάποια ανυπέρβλητη δυσκολία ξαφνικά σβήνει, την ώρα που όλα έμοιαζαν χαμένα. Μοιάζει τώρα πια κανείς με τον στρατιώτη που είναι συνηθισμένος στον πόλεμο. Βλέπει ένα κομμάτι της μάχης, ξέρει τι έχει να κάνει και προσπαθεί να το εκπληρώσει όσο μπορεί καλύτερα…»
Το ουσιαστικό στην πνευματικότητα είναι η αλλαγή φάσης μέσα στη συνείδηση ή στο βίωμα της υποκειμενικότητας του ατόμου. Αυξάνουσα πνευματικότητα σημαίνει και αυξάνουσα ανιδιοτέλεια. Αν η αγωνία σταματάει, η τελευταία κρίση δεν έχει έλθει ακόμη (του θανάτου). Κάθε άνθρωπος, όσος καιρό ζει, κινδυνεύει πάντα να πέσει σε καινούργιες πλάνες. Ο κίνδυνος όμως αυξάνει όσο αυξάνει ο κύκλος των ευθυνών του. Όσο δηλαδή περισσότερο μεταβάλλεται σε πνευματικό ηγέτη, τόσο τον απειλεί μια υποτροπή του εγωκεντρισμού του. Γνωρίζει αυτή την απειλή αλλά γνωρίζει όμως πως κάθε νέα κρίση θα είναι και ένα νέο βήμα γι’ αυτόν. Ξέρει πως πάνω από όλα και πάντοτε, θα τον χωρίζει μόλις ένας λεπτός τοίχος από εκείνη την έξω από το χωρόχρονο Δύναμη, που στέκει εμπρός σαν γενναιόδωρη Φύση ή Θεός. Ζει αυτή την πραγματικότητα, ακόμη και όταν μοιάζει απορροφημένος από άλλες μικρότητες της καθημερινής ζωής. Το βίωμα όμως αυτό διαφέρει εντελώς τόσο από τη μεθυστική έκσταση, όσο και από την άτονη αδιαφορία. Αυτή την πνευματική κατάσταση όπου η γαλήνη και η χαρά συνδυάζονται με την υπομονή, την εμπιστοσύνη και την εργασία, ας την ονομάσουμε καλύτερα με το φιλοσοφικό όρο: πνευματική αταραξία.
Οι άνθρωποι μπορεί να διαφέρουν μεταξύ τους λίγο ή πολύ. Άλλοι να είναι θετικοί και άλλοι ονειροπόλοι, άλλοι να έχουν βαριά μοίρα και άλλοι ελαφριά. Μπορεί ο κύκλος της δράσης τους να είναι μικρός ή μεγάλος. Όλους χωρίς εξαίρεση, η χαρακτηρολογική εξέλιξη μάς ωθεί προς την πνευματική αυτή αταραξία, που μόνη μπορεί να μας δώσει τη δύναμη να διαβούμε το δρόμο μας και να εκτελέσουμε τα χρέη μας. Εκείνος όμως που την έχει επιτύχει, δεν είναι πια κύριος του εαυτού του. Έχει γίνει οπαδός μιας Ανώτερης Δύναμης.
Kultur – Εξέλιξη της Κοινωνίας
Κατά τον Kuenkel, τον ίδιο ρυθμό που ακολουθεί η χαρακτηρολογική εξέλιξη ενός ατόμου, ακολουθεί και η εξέλιξη της κοινωνίας. Όπως μέσα στο άτομο η ζωή επιδιώκει με ακατανίκητη επιμονή να διανοίξει το δρόμο της προς το «εμείς», παρόλα τα εμπόδια που υψώνει ακατάπαυστα ο εγωκεντρισμός, έτσι και σε κάθε λαό οι περιπέτειες που ζει σαν σύνολο αποβλέπουν στο να γεννήσουν μέσα του την έννοια της ενότητάς του με το σύνολο της ανθρωπότητας, και να του συνειδητοποιήσουν τον ιδιαίτερο ρόλο του στην εξυπηρέτηση του πολιτισμού. Κάθε λαός, λίγο ή πολύ, ζει το τρίρυθμο βήμα της ζωντανής διαλεκτικής , «ναι» - «όχι» - «μόλα ταύτα». Η εξέλιξή του κλυδωνίζεται ανάμεσα σε επώδυνες αντιθέσεις συντηρητισμού και επαναστατικότητας. Και οι δύο αυτές περιπτώσεις κρύβουν μεγάλους κινδύνους, δηλαδή την απόκρουση κάθε ανανέωσης ή την άρνηση κάθε κληρονομιάς του παρελθόντος.
Στην πρώτη περίπτωση αποκλείεται κάθε πρόοδος και οι ομάδες αποκρυσταλλώνονται σε ένα άκαμπτο εγωκεντρισμό και μια στείρα εσωστρέφεια. Ο Λαμαϊσμός του Θιβέτ μας δίνει ένα τυπικό παράδειγμα. Στη δεύτερη περίπτωση – της επαναστατικότητας – ολόκληρη η κοινωνία ωθείται σε μια υπερβολική εξωστρέφεια και απώλεια κάθε εσωτερικής ζωής. Η Μαρξιστική κοσμοθεωρία στην πράξη αποτελεί το αντίθετο παράδειγμα. Και τα δύο είναι κατά τον Kuenkel, θανάσιμες ακρότητες και ο πολιτισμός οφείλει να προχωρήσει ανάμεσα από αυτές σαν ανάμεσα από δύο βάραθρα. Μόνο αν αποφύγει τα δύο αυτά σφάλματα θα μπορέσει να αναπτυχθεί. Όπου οι άνθρωποι παραδέχονται μονάχα το επίγειο σώμα, προσανατολίζονται στην ηδονή και τον άκρατο εγωισμό. Η τέχνη, η ηθική, η θρησκεία γίνονται μέσα εξυπηρέτησης για την εξασφάλιση περισσότερης ηδονής. Όπου πάλι επικρατεί η πίστη σε μια υπεργήινη πραγματικότητα, παραμελείται το τώρα, η ηδονή θεωρείται επικίνδυνος σατανάς, ο ψυχισμός καταπιέζεται και οι άνθρωποι, προσπαθώντας για τη σωτηρία της ψυχής τους μετά θάνατο, παραμερίζουν κάθε επιστήμη και κάθε τεχνική οργάνωση της εγκόσμιας ζωής. Κάθε χαρά εξοβελίζεται και κάθε γήινη ευτυχία θεωρείται αμαρτία. Εκείνο που απομένει τώρα είναι ένας ανούσιος απολίτιστος φανατισμός.
Ο πολιτισμός θα βρει το δρόμος του μόνο όταν αναγνωριστεί η αξία και η αναγκαιότητα τού τώρα, ενώ συγχρόνως θα θεσπιστεί η υπεργήινη πραγματικότητα σαν πηγή κάθε αξίας. Πρέπει να αντιληφθούμε ότι αυτή η αιωνιότητα, αυτό το κάτι πέρα από το τώρα, μας πιέζει και μας απειλεί κάθε στιγμή. Στέκεται κοντά μας και μέσα μας όταν μας απορροφάει η γήινη μόνο πραγματικότητα σαν φόβος του θανάτου, μα και όταν στην αντίθετη περίπτωση, στρέφουμε την προσοχή μας αποκλειστικά σε μια άλλη υπέργεια μελλοντική ζωή, τότε πάλι το αιώνιο μάς κεντρίζει με την πίεση των άλυτων προβλημάτων του βίου μας. Ξεπροβάλλει μέσα στην καθημερινή ζωή μας σαν εσωτερική μεταβολή, σαν φλογερή δημιουργική πράξη. Αυτό είναι η ίδια η ζωή.
Η βασιλεία του κακού βρίσκεται μέσα μας όπως και η ζωή Η αιωνιότητα είναι πάντοτε παρούσα μέσα στο χρόνο επάνω σε όλα, ακριβώς όπως μας παρακολουθεί ο θάνατος και το τέλος του κόσμου μας. Όποιος νιώσει βαθιά αυτό το πράγμα, γίνεται σοφότερος. Οι οδύνες που πέρασε μέχρις ότου η ψυχική κρίση τού ανοίξει τα μάτια, φαίνονται τώρα σαν επίπονος αλλά νικηφόρος δρόμος που χωρίς αυτόν δεν θα είχε φτάσει στο σκοπό του. Αρχίζει να ευγνωμονεί καθετί που του αντιστάθηκε και στέκει πολύ πιο θαρραλέος μπροστά στους νέους πόνους που θα έρθουν. Βήμα προς βήμα βαθαίνει ολοένα περισσότερο στο νόημα, όχι μόνο του δικού του πεπρωμένου αλλά και των φίλων του και όλων των συνανθρώπων του. Η δράση του που απορρέει από την κατανόηση αυτή, εκπέμπει μια ισχυρή ακτινοβολία στο περιβάλλον του και το αναγκάζει να αλλάξει. Ή, για να μιλήσουμε ακριβέστερα, μονάχα όποιος ασκεί τέτοια επιρροή στους γύρω του έχει επιτύχει μια πραγματική εσωτερική μεταβολή, έχει φθάσει στην ωρίμανση εκείνη του χαρακτήρα που τον κάνει πρωτοπόρο του πολιτισμού.
Το ωριμάζον «εμείς» του κοινωνικού συνόλου ανασχηματίζει ολοένα τα πλαίσιά του. Κράτος, δίκαιο, εργασία, αγωγή, σχολείο αναδιοργανώνονται με το φως της καινούργιας κατανόησης. Η επιστήμη προωθεί τις έρευνές της σε πλάνα που και η ίδια δεν έχει φανταστεί. Δεν παύει ωστόσο να έχει συνείδηση της ανεπάρκειάς της και του απύθμενου των μυστηρίων της. Η τέχνη αναζητεί να εκφράσει την ουσία της πραγματικότητας. Η ανησυχία της τελειότητας στην έκφραση, θα την υποχρεώνει κάθε στιγμή να εγκαταλείπει τη βαθύτερη σαφήνεια. Και η θρησκεία, παρόλη την ανάπλαση των ηθικών της αξιών, συνειδητοποιεί τη μοιραία ανεπάρκειά της. Τα γήινα αυτιά θα παρανοήσουν την αποκάλυψή της και η αιωνιότητα θα καταπνιγεί μέσα στα γήινα πλαίσια, και όλη αυτή η φλόγα του λαμπρού πολιτισμού κινδυνεύει πάντα να σβήσει.
Πολιτισμός είναι η μετουσίωση της αιωνιότητας μέσα στο χρόνο. Είναι η αναλαμπή μιας νέας γήινης έκφρασής της, η ανάπτυξη και ο εξαγνισμός της τωρινής πραγματικότητας από το καθαρτήριο πυρ της υπεργήινης πραγματικότητας. Το ωριμάζον «εμείς», ο φορέας αυτού του πολιτισμού είναι μια προσπάθεια, ένας πειραματισμός διατύπωσης του υπεργήινου σε γήινους τύπους. Είναι ένας πειραματισμός που δεν μπορεί ποτέ να επιτύχει και που δεν μπορεί όμως ποτέ να σταματήσει. Είναι ο αδιάκοπος αγώνας για μια νίκη, που δεν κατορθώνεται εντελώς επάνω στη γη χωρίς την υπερνίκηση κάθε γήινης ανάγκης με την απρόοπτη βοήθεια κάποιας υπερβατικής δύναμης. Είναι ένα διαρκώς ανανεούμενο θαύμα.
Πολιτισμός είναι η θρησκευτική ωρίμανση του χαρακτήρα επάνω στη γη.
Πολιτισμός είναι η εξυπηρέτηση του Θείου.